«Πολυπολικότητα», το μάντρα του αυταρχισμού - της Kavita Krishnan

Η πολυπολικότητα είναι η πυξίδα που προσανατολίζει την αντίληψη της Αριστεράς για τις διεθνείς σχέσεις. Όλα τα ρεύματα της Αριστεράς στην Ινδία και σε παγκόσμιο επίπεδο υποστηρίζουν εδώ και πολύ καιρό έναν πολυπολικό κόσμο σε αντίθεση με τον μονοπολικό που κυριαρχείται από τις ιμπεριαλιστικές ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα, όμως, η πολυπολικότητα έχει γίνει ο θεμέλιος λίθος της κοινής γλώσσας των παγκόσμιων φασισμών και αυταρχισμών. Είναι μια κραυγή συσπείρωσης για τους δεσπότες, που χρησιμεύει ώστε να ντύσουν τον πόλεμό τους κατά της δημοκρατίας ως πόλεμο κατά του ιμπεριαλισμού. Η χρήση της πολυπολικότητας για τη συγκάλυψη και τη νομιμοποίηση του δεσποτισμού διευκολύνεται αφάνταστα όταν η παγκόσμια Αριστερά παρουσιάζει την πολυπολικότητα ως ευπρόσδεκτη έκφραση ενός αντιιμπεριαλιστικού εκδημοκρατισμού των διεθνών σχέσεων.

Εμφανίζοντας τις πολιτικές αντιπαραθέσεις εντός ή μεταξύ των εθνών-κρατών ως μια επιλογή μηδενικού αθροίσματος μεταξύ της υποστήριξης της πολυπολικότητας ή της μονοπολικότητας, η Αριστερά αναπαράγει ένα παραμύθι που, ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση, θα ήταν τουλάχιστον παραπλανητικό και ανακριβές. Αλλά επιπλέον το παραμύθι αυτό είναι και επικίνδυνο σήμερα, καθώς το μόνο που κάνει, αφηγηματικά και δραματικά, είναι να βάζει φασίστες και αυταρχικούς σε κολακευτικούς ρόλους.

Οι ατυχείς επιπτώσεις της υποστήριξης της Αριστεράς μιας πολυπολικότητας χωρίς αξίες απεικονίζονται πολύ γλαφυρά στην αντίδρασή της απέναντι στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η παγκόσμια και η ινδική Αριστερά νομιμοποίησε και ενίσχυσε (σε διαφορετικό βαθμό) τον ρωσικό φασιστικό λόγο, υπερασπιζόμενη την εισβολή σαν μία πολυπολική πρόκληση στον μονοπολικό ιμπεριαλισμό υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Η ελευθερία του να είσαι φασίστας

Στις 30 Σεπτεμβρίου, ανακοινώνοντας την παράνομη προσάρτηση τεσσάρων ουκρανικών επαρχιών, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν διευκρίνισε[1] τι σημαίνει πολυπολικότητα και δημοκρατία στο ιδεολογικό του πλαίσιο. Όρισε την πολυπολικότητα ως την ελευθερία απέναντι στις προσπάθειες των δυτικών ελίτ να επιβάλουν τις δικές τους “ξεφτισμένες” αξίες της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως παγκόσμιες αξίες – αξίες “ξένες” προς τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων στη Δύση και αλλού.

Το ρητορικό τέχνασμα του Πούτιν ήταν να παρουσιάσει τις έννοιες μιας κοινωνίας με κανόνες, της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης σαν να μην ήταν τίποτα περισσότερο από ιδεολογικές και ιμπεριαλιστικές επιβολές της Δύσης, που λειτουργούν απλώς σαν πρόσχημα για την παραβίαση της κυριαρχίας άλλων εθνών.

Καθώς ο Πούτιν έπαιζε με τη δικαιολογημένη οργή για τον μακρύ κατάλογο εγκλημάτων των δυτικών χωρών –συμπεριλαμβανομένων της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού, των εισβολών, των κατοχών, των γενοκτονιών και των πραξικοπημάτων– ήταν εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι η ομιλία του δεν ήταν μια ομιλία που ζητούσε δικαιοσύνη και αποζημιώσεις και τον τερματισμό αυτών των εγκλημάτων. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζοντας το αυτονόητο γεγονός ότι οι δυτικές κυβερνήσεις δεν έχουν “κανένα ηθικό δικαίωμα να κρίνουν ή και να μιλούν για δημοκρατία”, ο Πούτιν έβγαλε επιδέξια τους λαούς έξω από την εξίσωση.

Οι άνθρωποι των αποικιοκρατούμενων εθνών είναι αυτοί που πολέμησαν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για την ελευθερία. Οι άνθρωποι των ιμπεριαλιστικών εθνών βγαίνουν στους δρόμους για να απαιτήσουν δημοκρατία και δικαιοσύνη και να διαμαρτυρηθούν για τον ρατσισμό, τους πολέμους, τις εισβολές, τις κατοχές που διαπράττουν οι δικές τους κυβερνήσεις. Αλλά ο Πούτιν δεν υποστηρίζει αυτούς τους ανθρώπους.

Αυτό που, αντίθετα, κάνει ο Πούτιν είναι να δώσει το σήμα σε δυνάμεις “ομοϊδεατών” του σε όλο τον κόσμο –σε ακροδεξιά, ρατσιστικά, αντιφεμινιστικά, ομοφοβικά και τρανσφοβικά πολιτικά κινήματα και ομάδες λευκής υπεροχής– να υποστηρίξουν την εισβολή του, στο πλαίσιο ενός σχεδίου που συμφέρει όλους αυτούς: να ανατραπεί η “μονοπολική ηγεμονία” των οικουμενικών αξιών της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και “να κατακτηθεί η πραγματική ελευθερία, ιστορικής προοπτικής”.

Ο Πούτιν χρησιμοποιεί μια “ιστορική προοπτική” δικής του επιλογής, για να στηρίξει την εκδοχή υπεροχής μιας ρωσικής “χώρας-πολιτισμού”, στην οποία οι νόμοι αφαιρούν το ανθρώπινο στοιχείο από τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και ποινικοποιούν την αναφορά ιστορικών γεγονότων στο όνομα της “ενίσχυσης της (ρωσικής) επικυριαρχίας”. Διεκδικεί την ελευθερία της Ρωσίας να αρνείται και να αψηφά τους δημοκρατικούς κανόνες και τους διεθνείς νόμους που ορίζονται “οικουμενικά” από φορείς όπως ο ΟΗΕ. Το σχέδιο μιας “Ευρασιατικής ολοκλήρωσης”, που ο Πούτιν προβάλλει ως πολυπολική απάντηση στην “ιμπεριαλιστική” ΕΕ και στη δυτική μονοπολικότητα, μπορεί να κατανοηθεί σωστά μόνο ως μέρος του ρητά αντιδημοκρατικού ιδεολογικού και πολιτικού του σχεδίου (Είναι διαφορετικό θέμα ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, ως Μεγάλων Δυνάμεων, περιπλέκεται εδώ από το κοινό πολιτικό σχέδιο[2] που εκπροσωπούν ο Τραμπ στις ΗΠΑ και ο Πούτιν στη Ρωσία).

Μια κοινή γλώσσα

Η γλώσσα της “πολυπολικότητας” και του “αντιιμπεριαλισμού” βρίσκει επίσης απήχηση στον κινεζικό υπερεθνικιστικό ολοκληρωτισμό.

Μια κοινή δήλωση του Πούτιν και του Σι[3] τον Φεβρουάριο, λίγο πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, καταγράφει την κοινή τους απόρριψη των παγκοσμίως αποδεκτών προτύπων δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπέρ ενός πολιτιστικού σχετικισμού στον ορισμό των όρων αυτών: “Ένα έθνος μπορεί να επιλέξει μορφές και μεθόδους στην υλοποίηση της δημοκρατίας που θα ταιριάζουν καλύτερα στις […] παραδόσεις και τα μοναδικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά του. […] Εναπόκειται αποκλειστικά στον λαό της κάθε χώρας να αποφασίσει αν το κράτος του θα πρέπει να είναι δημοκρατικό”. Οι ιδέες αυτές συνοδεύονται ρητά από την αναγνώριση των “προσπαθειών που καταβάλλει η ρωσική πλευρά για την εγκαθίδρυση ενός δίκαιου πολυπολικού συστήματος διεθνών σχέσεων”.

Για τον Σι, [4] οι “‘οικουμενικές αξίες’ της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρησιμοποιήθηκαν για να προκαλέσουν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, τις δραστικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη, τις ‘έγχρωμες επαναστάσεις’ και την ‘Αραβική Άνοιξη’, όλα αυτά που προκλήθηκαν από την παρέμβαση των ΗΠΑ και της Δύσης”.

Κάθε λαϊκό κίνημα που διεκδικεί ανθρώπινα δικαιώματα και δημοκρατία, αιτήματα δηλαδή οικουμενικώς αποδεκτά, αντιμετωπίζεται ως μια εγγενώς αδικαιολόγητη ιμπεριαλιστική έγχρωμη επανάσταση.

Το αίτημα για μια δημοκρατία που να πληρoί τα οικουμενικά πρότυπα, αίτημα των διαδηλωτών σε όλη την Κίνα[5] κατά της καταστολής στο όνομα της “zero-covid” πολιτικής, αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς υπό το πρίσμα ενός πολιτιστικού σχετικισμού των προτύπων που υποστηρίζει η  κυβέρνηση της Κίνας. Μια Λευκή Βίβλος του 2021[6], με θέμα “Η προσέγγιση της Κίνας για τη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα”, ορίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ως “ευτυχία” με βάση την ευημερία και τις παροχές, και όχι ως προστασία απέναντι στην αχαλίνωτη κυβερνητική εξουσία, ενώ παραλείπει επιδεικτικά το δικαίωμα αμφισβήτησης της κυβέρνησης, το δικαίωμα διαφωνίας ή ελεύθερης οργάνωσης.

Ο ορισμός της “προσαρμοσμένης στην Κίνα” δημοκρατίας ως “καλή διακυβέρνηση” και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως “ευτυχία” επιτρέπει στον Σι να δικαιολογεί[7] την εξόντωση των μουσουλμάνων Ουιγούρων. Ο ισχυρισμός του είναι ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για την “επανεκπαίδευση” αυτών των μειονοτήτων και την αναμόρφωση των μουσουλμανικών τους πρακτικών, έτσι ώστε να αποκτήσουν “κινεζικό προσανατολισμό”, έχει προσφέρει “καλή διακυβέρνηση” και μεγαλύτερη “ευτυχία”.

Ακόμα και μέσα στην “ινδουιστικής υπεροχής” ηγεσία της Ινδίας υπάρχει έντονος απόηχος του φασιστικού και αυταρχικού λόγου για έναν “πολυπολικό κόσμο” – σύμφωνα με τον οποίο, οι πολιτισμικές δυνάμεις θα αναστηθούν ξανά για να επαναφέρουν την παλιά ιμπεριαλιστική τους δόξα και, έτσι, η ηγεμονία της φιλελεύθερης δημοκρατίας θα δώσει τη θέση της στον δεξιό εθνικισμό.

Ο Mohan Bhagwat, επικεφαλής της Rashtriya Swayamsevak Sangh, έχει εκφράσει τον θαυμασμό του[8] που “σε έναν πολυπολικό κόσμο” που αμφισβητεί τις ΗΠΑ: “η Κίνα έχει τώρα αναστηθεί. Δεν την απασχολεί πλέον τι σκέφτεται ο κόσμος γι’ αυτήν. Επιδιώκει τον δικό της στόχο… (επιστρέφοντας στον) επεκτατισμό των προηγούμενων αυτοκρατόρων της”. Το ίδιο και, “στον πολυπολικό κόσμο τώρα, η Ρωσία παίζει επίσης το δικό της παιχνίδι. Προσπαθεί να προοδεύσει πλήττοντας τη Δύση”.

Ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι έχει επίσης επανειλημμένα επιτεθεί[9] σε όσους υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα χαρακτηρίζοντάς τους ως αντι-ινδούς, ακόμη κι αν ταυτόχρονα δηλώνει πως η Ινδία είναι η “μητέρα της δημοκρατίας”. Αυτό είναι δυνατόν καθώς βλέπει τη δημοκρατία της Ινδίας[10] όχι μέσα από έναν “δυτικό” φακό, αλλά ως μέρος του “πολιτισμικού ήθους” της. Σε ένα κείμενο που κυκλοφορεί από την κυβέρνηση[11] συνδέεται η δημοκρατία της Ινδίας με την “ινδουιστική κουλτούρα και πολιτισμό”, την “ινδουιστική πολιτική θεωρία”, το “ινδουιστικό κράτος” και τα παραδοσιακά (και συχνά οπισθοδρομικά) συμβούλια των καστών που επιβάλλουν την ιεραρχία καστών και φύλων.

Τέτοιες ιδέες αντανακλούν, επίσης, την προσπάθεια ένταξης των υπέρμαχων της ινδουιστικής υπεροχής σε ένα ενιαίο παγκόσμιο δίκτυο ακροδεξιών και αυταρχικών δυνάμεων. Ο Ρώσος φασίστας ιδεολόγος Αλεξάντερ Ντούγκιν (όπως και ο Πούτιν) δηλώνει[12] ότι “η πολυπολικότητα […] υποστηρίζει την επιστροφή στα πολιτισμικά θεμέλια κάθε μη δυτικού πολιτισμού (και την απόρριψη) της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων”.

Η επιρροή είναι αμφίδρομη. Ο Ντούγκιν ευνοεί την ιεραρχία των καστών ως κοινωνικού μοντέλου (Dugin 2012). Ενσωματώνοντας άμεσα τις αξίες του βραχμάνικου Manusmriti μέσα στον διεθνή φασισμό, ο Ντούγκιν βλέπει την “παρούσα τάξη πραγμάτων”, που αντιπροσωπεύεται από τα “ανθρώπινα δικαιώματα, την αντι-ιεραρχία και την πολιτική ορθότητα” ως “Κάλι Γιούγκα”: μια συμφορά που φέρνει μαζί της την ανάμειξη των καστών (έναν εκφυλισμό που επιφέρει και η ελευθερία των γυναικών, άλλη μια συμφορά του Κάλι Γιούγκα) και την κατάλυση της ιεραρχίας. Έχει περιγράψει την εκλογική επιτυχία του Μόντι[13] ως μια νίκη της “πολυπολικότητας”, μια ευπρόσδεκτη επιβεβαίωση των “ινδικών αξιών” και μια ήττα της ηγεμονίας της “φιλελεύθερης δημοκρατίας και της ιδεολογίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων”.

Ωστόσο, η Αριστερά συνεχίζει να χρησιμοποιεί την “πολυπολικότητα” χωρίς να δείχνει καν την παραμικρή επίγνωση του ότι οι φασίστες και οι αυταρχικοί περιβάλλουν τους δικούς τους στόχους με την ίδια αυτή γλώσσα.

Εκεί όπου η Αριστερά συναντά τη Δεξιά

Η γλώσσα του Πούτιν περί “πολυπολικότητας” έχει ως στόχο να βρει μια ανταπόκριση στην παγκόσμια Αριστερά. Η εξοικείωση της Αριστεράς με τη γλώσσα αυτή φαίνεται να την εμποδίζει -παρ’ όλο που πάντα έκανε εξαιρετική δουλειά αποκαλύπτοντας τα ψέματα που διέπουν τους ισχυρισμούς των ιμπεριαλιστών πολεμοκάπηλων των ΗΠΑ περί “διάσωσης της δημοκρατίας”- από το να εφαρμόσει το ίδιο κριτικό πρίσμα στην αντιαποικιακή και αντιιμπεριαλιστική ρητορική του Πούτιν.

Είναι περίεργο που η Αριστερά έχει ιδιοποιηθεί τη γλώσσα της πολικότητας.

Ο λόγος της πολικότητας ανήκει στη “ρεαλιστική σχολή” των διεθνών σχέσεων. Ο Ρεαλισμός βλέπει την παγκόσμια τάξη με όρους ανταγωνισμού μεταξύ των στόχων της εξωτερικής πολιτικής, οι οποίοι υποτίθεται ότι αντανακλούν τα αντικειμενικά “εθνικά συμφέροντα” μιας μικρής ομάδας “πόλων” -δηλαδή Μεγάλων Δυνάμεων ή επίδοξων Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Ρεαλισμός είναι θεμελιωδώς ασυμβίβαστος με τη μαρξιστική άποψη, η οποία βασίζεται στην κατανόηση ότι το “εθνικό συμφέρον” –που απέχει πολύ από το να είναι ένα αντικειμενικό και αξιακά ουδέτερο γεγονός– ορίζεται υποκειμενικά από τον “πολιτικό (και επομένως ηθικό) χαρακτήρα των ηγετικών στρωμάτων που διαμορφώνουν και λαμβάνουν τις αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής” (Vanaik 2006).

Για παράδειγμα, ο Vijay Prashad, ένας από τους σημαντικότερους ενθουσιώδεις υποστηρικτές και υπέρμαχους της πολυπολικότητας στην παγκόσμια Αριστερά,[14] παρατηρεί επιδοκιμαστικά ότι “η Ρωσία και η Κίνα επιδιώκουν την κυριαρχία, όχι την παγκόσμια ισχύ”. Όμως δεν διευκρινίζει καν ότι αυτές οι δυνάμεις ερμηνεύουν την κυριαρχία ως ελευθερία[15] από την υποχρέωση λογοδοσίας στα οικουμενικά πρότυπα δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ισότητας.

Ένα πρόσφατο δοκίμιο του Dipankar Bhattacharya,[16] Γενικού Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ινδίας Μαρξιστικού-Λενινιστικού (ΚΚΙ-ΜΛ), παρουσιάζει παρόμοια προβλήματα καθώς εξηγεί την απόφαση του κόμματος να αντισταθμίσει την αλληλεγγύη προς την Ουκρανία με την προτίμησή του για την πολυπολικότητα, καθώς και την εθνική του προτεραιότητα να αντισταθεί στον φασισμό στην Ινδία (Διευκρίνιση: Υπήρξα ακτιβίστρια του ΚΚΙ-ΜΛ για τρεις δεκαετίες και μέλος του Πολιτικού Γραφείου του μέχρι που εγκατέλειψα το κόμμα νωρίτερα φέτος, λόγω διαφορών που κορυφώθηκαν μετά τη χλιαρή αλληλεγγύη του κόμματος προς την Ουκρανία).

Η διατύπωση του Μπατατσάρια είναι ότι “ανεξάρτητα από τον εσωτερικό χαρακτήρα του ανταγωνισμού των παγκόσμιων δυνάμεων, ένας πολυπολικός κόσμος είναι σίγουρα πιο επωφελής για τις προοδευτικές δυνάμεις και τα κινήματα παγκοσμίως στην προσπάθειά τους για ανατροπή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, για κοινωνικό μετασχηματισμό και για πολιτική πρόοδο”. Με άλλα λόγια, το ΚΚΙ-ΜΛ καλωσορίζει την ανάδυση μη δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων, ακόμη κι αν αυτές είναι εσωτερικά φασιστικές ή αυταρχικές, επειδή πιστεύει ότι οι δυνάμεις αυτές προσφέρουν μια πολυπολική πρόκληση στη μονοπολικότητα των ΗΠΑ.

Μια τέτοια αριστερή διατύπωση δεν προσφέρει καμία απολύτως αντίσταση στα φασιστικά/αυταρχικά σχέδια που περιγράφουν τον εαυτό τους ως πρωταθλητές της αντιιμπεριαλιστικής “πολυπολικότητας”. Στην πραγματικότητα, τους προσφέρει έναν μανδύα νομιμοποίησης.

Ο Μπατατσάρια αντιλαμβάνεται την πλήρη υποστήριξη της ουκρανικής αντίστασης ως δύσκολα συμβιβάσιμης με την “εθνική προτεραιότητα” της “καταπολέμησης του φασισμού στην Ινδία”.

Η αντίληψη πως το καθήκον της Αριστεράς για διεθνή αλληλεγγύη θα έπρεπε να υποχωρήσει μπροστά στην υποτιθέμενη “εθνική προτεραιότητα”, είναι μια περίπτωση μαρξιστικού διεθνισμού ακυρωμένου από το Ρεαλιστικό “εθνικό συμφέρον”, που μάλιστα εδώ εφαρμόζεται όχι μόνο στα έθνη-κράτη αλλά και στα ίδια τα εθνικά κόμματα της Αριστεράς.

Αλλά με ποιον τρόπο, άραγε, η αμέριστη αλληλεγγύη προς την Ουκρανία ενάντια σε μια φασιστική εισβολή έρχεται σε αντίθεση με την καταπολέμηση του φασισμού στην Ινδία; Η επιχειρηματολογία του Μπατατσάρια είναι προαποφασισμένη, έμμεση και διεστραμμένη. Ξεκινάει με μια αινιγματική παράκαμψη περί της ανάγκης, για τα κομμουνιστικά κινήματα, να προσέξουν τον κίνδυνο “μην δώσουν προτεραιότητα στο διεθνές σε βάρος του εθνικού”. Ο Μπατατσάρια αποδίδει ανακριβέστατα[17] το λάθος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ινδίας, το 1942, να παραμείνει μακριά από το κίνημα Quit India στο ότι έδωσε προτεραιότητα στον διεθνή του στόχο για ήττα του φασισμού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έναντι του εθνικού του στόχου για ανατροπή της αποικιοκρατίας από τη Βρετανία, η οποία ήταν τότε σύμμαχος στον πόλεμο κατά του φασισμού.

Ο μόνος εύλογος σκοπός αυτής της παράκαμψης φαίνεται να είναι να γίνει μια αναλογία με τη σημερινή ασυνέπεια της ινδικής Αριστεράς απέναντι στην εισβολή στην Ουκρανία. Δεδομένου ότι η πρωταρχική συμμαχία εξωτερικής πολιτικής του καθεστώτος Ναρέντρα Μόντι είναι με τη Δύση υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, αφήνεται να εννοηθεί ότι ο αγώνας κατά του φασισμού του Μόντι θα αποδυναμωνόταν αν η Ρωσία, ένας “πολυπολικός” αντίπαλος των ΗΠΑ, κατατροπωνόταν από την ουκρανική αντίσταση.

Αυτός ο περίπλοκος υπολογισμός συσκοτίζει το απλό γεγονός ότι μια ήττα της φασιστικής εισβολής του Πούτιν στην Ουκρανία, θα ενθάρρυνε εκείνους που αγωνίζονται για να νικήσουν τον φασισμό του Μόντι στην Ινδία. Ομοίως, μια νίκη για τους ανθρώπους που αντιστέκονται στην κυρίαρχη τυραννία του Σι, θα εμπνεύσει εκείνους που αντιστέκονται στην κυρίαρχη τυραννία του Μόντι στην Ινδία.

Σύμφωνα με τα λόγια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ, “μια αδικία, οπουδήποτε, αποτελεί απειλή για τη δικαιοσύνη παντού”. Αποδυναμώνουμε τους δικούς μας δημοκρατικούς αγώνες όταν επιλέγουμε να βλέπουμε τους αγώνες των άλλων μέσα από έναν διαστρεβλωτικό καμπιστικό φακό. Η δική μας επιλογή δεν είναι μια επιλογή μηδενικού αθροίσματος μεταξύ μονοπολικότητας και πολυπολικότητας. Σε κάθε κατάσταση, οι επιλογές μας είναι σαφείς: μπορούμε είτε να υποστηρίξουμε την αντίσταση και την επιβίωση των καταπιεσμένων είτε να ανησυχούμε για την επιβίωση του καταπιεστή.

Όταν η Αριστερά αναλαμβάνει το “καθήκον” να υποστηρίξει την επιβίωση των “πολυπολικών” καθεστώτων (Ρωσία, Κίνα και, για ορισμένους στην Αριστερά, ακόμη και Ιράν), τότε αποτυγχάνει στο πραγματικό της καθήκον να υποστηρίξει τους ανθρώπους που αγωνίζονται για να επιβιώσουν από τις γενοκτονίες αυτών των καθεστώτων. Οποιοδήποτε όφελος θα μπορούσαν να αντλήσουν οι ΗΠΑ από την υλική ή στρατιωτική υποστήριξή τους σε τέτοιους αγώνες, αυτό υπερκαλύπτεται κατά πολύ από το όφελος του να επιβιώσουν οι άνθρωποι που διαφορετικά θα αντιμετώπιζαν γενοκτονία. Καλό θα ήταν να θυμηθούμε ότι η υλική και στρατιωτική υποστήριξη των ΗΠΑ προς την ΕΣΣΔ[18] στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έπαιξε ρόλο στην ήττα της ναζιστικής Γερμανίας.

Τα τυραννικά καθεστώτα εκλαμβάνουν την υποστήριξη προς τους ανθρώπους που τους αντιστέκονται, ως υποστήριξη προς την ξένη ή ιμπεριαλιστική “παρέμβαση” στην “κυριαρχία” των καθεστώτων αυτών. Όταν εμείς στην Αριστερά κάνουμε το ίδιο, λειτουργούμε ως υποκινητές και απολογητές αυτών των τυραννιών. Αυτοί που αγωνίζονται για τη ζωή ή τον θάνατο χρειάζονται από εμάς να σεβαστούμε την αυτονομία και την κυριαρχία τους στο να αποφασίσουν οι ίδιοι τι είδους ηθική/υλική/στρατιωτική υποστήριξη θα ζητήσουν/αποδεχτούν/απορρίψουν.

Η ηθική πυξίδα της παγκόσμιας και ινδικής Αριστεράς χρειάζεται επειγόντως επαναφορά, ώστε να μπορέσει να διορθώσει την καταστροφική της πορεία που τη βρίσκει να μιλά την ίδια γλώσσα με τους τυράννους.

Η Kavita Krishnan είναι μαρξίστρια φεμινίστρια ακτιβίστρια από την Ινδία, συγγραφέας του βιβλίουFearless Freedom (Penguin India 2020). Είναι σημαντική ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών που έχει συμβάλλει στην οργάνωση και την ιδεολογική συγκρότηση του κινήματος κατά των βιασμών στην Ινδία, ιδιαίτερα μετά τον ομαδικό βιασμό και τη δολοφονίας της Nirbhaya το 2012 στο Δελχί.  Ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Απελευθέρωσης της Ινδίας (Μαρξιστικό-Λενινιστικό) και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του για πάνω από δύο δεκαετίες. Ήταν συντάκτρια της μηνιαίας έκδοσης του οργάνου του κόμματος Liberation  και γραμματέας της Προοδευτικής Ένωσης Γυναικών Ινδίας (AIPWA).

Η Kavita Krishnan γεννήθηκε το 1973 από γονείς Ταμίλ στο Coonoor του Ταμίλ Ναντού . Μεγάλωσε στο Bhilai του Chhattisgarh. Ήδη από το 1955, εξελέγη Γραμματέας της Ένωσης Φοιτητών ενώ σπούδαζε στο JNU (Πανεπιστήμιο Jawaharlal Nehru). Ασχολήθηκε με τον ακτιβισμό όταν γνώρισε τον ηγέτη των φοιτητών  Chandrashekhar Prasad που ήταν επίσης φοιτητής στο JNU και μέλος της AISA (All India Students Association). Ο Chandrashekhar, δολοφονήθηκε μαζί με τον συνάδελφό του ηγέτη του CPI(ML) Shyam Narayan Yadav στις 31 Μαρτίου 1997 στο Siwan του Bihar ενώ μιλούσε σε μια συγκέντρωση στο δρόμο. Μετά από αυτό το περιστατικό, η Kavita Krishnan ανέλαβε την οργάνωση του ακτιβισμού στον τομέα των δικαιωμάτων των γυναικών με τον οποίο ασχολήθηκε αποκλειστικά.

Κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων που ακολούθησαν τον βιασμό και τη δολοφονία μιας 23χρονης κοπέλας της Nirbhaya  στην πρωτεύουσα της Ινδίας Νέο Δελχί  το 2012, η Kavita Krishnan συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση και την ιδεολογική συγκρότηση του κινήματος. Σε μία από τις ομιλίες που έκανε στη διαμαρτυρία έξω από το σπίτι της πρωθυπουργού του Δελχί, Sheila Dikshit , εξέθεσε ένα είδος μανιφέστου του κινήματος, που αντιπροσώπευε μια σημαντική ρήξη για την περίοδο εκείνη, θέτοντας την ελευθερία των γυναικών ως το κύριο αίτημα. Σε αυτή την ομιλία, τοποθετήθηκε και ενάντια στην επικρατούσα άποψη ότι η θανατική ποινή ήταν η λύση για τον βιασμό.  Υποστήριξε τη διεκδίκηση για την «ανεπιφύλακτη ελευθερία» των γυναικών, την «ελευθερία χωρίς φόβο». Το αίτημα για « Ελευθερία χωρίς φόβο » έγινε κεντρικό σύνθημα για τους διαδηλωτές και τις διαδηλώτριες κατά του βιασμού και οι απόψεις της Kavita Krishnan για την «Ελευθερία» άσκησαν μεγάλη επιρροή.

Την 1η Σεπτεμβρίου 2022, η Krishnan ανακοίνωσε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Απελευθέρωσης της Ινδίας (Μαρξιστικό-Λενινιστικό) (CPI (ML) Liberation)  την απάλλαξε από όλες τις κομματικές υποχρεώσεις και ευθύνες της, ωστόσο θα συνεχίσει να παραμένει μέλος του κόμματος. Αυτό είναι συνέπεια των διαφορών της με την ηγεσία σε διάφορα θέματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την Κίνα και τον Ρωσο-Ουκρανικό Πόλεμο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[17]  Η θέση του ΚΚΙ να αντιμετωπίσει τα δύο πρώτα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως πολέμου μεταξύ ιμπεριαλιστών υπάκουε στην οδηγία της Κομιντέρν εκείνη την εποχή. Όταν υπογράφηκε το σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ μεταξύ της ΕΣΣΔ και της ναζιστικής Γερμανίας το 1939, η Κομιντέρν άλλαξε απότομα την οδηγία του 1935 που προέτρεπε τους κομμουνιστές να σχηματίσουν πλατιά λαϊκά αντιφασιστικά μέτωπα ειδικά ενάντια στον φασιστικό κίνδυνο. Τώρα, χαρακτήρισε τον πόλεμο που ξεκίνησε η Γερμανία, ως έναν απλό πόλεμο μεταξύ ανταγωνιστικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η μετατόπιση της θέσης του ΚΚΙ αντιστοιχούσε στη μετατόπιση της θέσης της Κομιντέρν: Ο πόλεμος χαρακτηρίστηκε ως “Λαϊκός Πόλεμος κατά του φασισμού” μόνο όταν η ναζιστική Γερμανία έσπασε το σύμφωνο και εισέβαλε στην ΕΣΣΔ. Το πρόβλημα του ΚΚΙ δεν ήταν η δυσκολία να συνδυάσει τον διεθνισμό με τις εθνικές του προτεραιότητες. Αντίθετα, ήταν αποτέλεσμα του ότι επέτρεψε στον εαυτό του να καθοδηγηθεί, όχι από τη συνεπή αντίσταση στον φασισμό και τον ιμπεριαλισμό, αλλά από την ανεκδιήγητη και καιροσκοπική προσέγγιση του Στάλιν στη ναζιστική Γερμανία και τον πόλεμο.