Ευρασία & ΗΠΑ: γεωπολιτική εν μέσω κρίσης

ΗΠΑ και Ευρασία:

Ορισμένες σκέψεις γεωπολιτικής σημασίας σε μια εποχή παγκόσμιας κρίσης

[Αναδημοσίευση από το elaliberta.gr]

Από την Ουκρανία έως την Ταϊβάν, η Ευρασία έχει γίνει και πάλι το επίκεντρο μιας σοβαρής αντιπαράθεσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία). Για να το αναλύσουμε αυτό, πρέπει να απελευθερωθούμε από τα διανοητικά εργαλεία που κληρονομήσαμε από τον Ψυχρό Πόλεμο, να σκεφτούμε εκ νέου και να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας το πλανητικό πλαίσιο – αυτό της παγκόσμιας, πολυδιάστατης κρίσης. Η παρούσα συμβολή δεν διεκδικεί να είναι πλήρως ολοκληρωμένη, αλλά αποτελεί μάλλον μια πρόσκληση για συζήτηση.

Η διεθνής πολιτική κατάσταση κυριαρχείται από τη σύγκρουση μεταξύ μιας νέας ανερχόμενης δύναμης, της Κίνας, και της κατεστημένης δύναμης, των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η αντιπαράθεση αναλύεται εδώ ως ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση. Η κοινωνική δομή της Κίνας είναι ασφαλώς πολύ συγκεκριμένη (αυτό δεν αποτελεί λεπτομέρεια), αλλά η έκταση της ρήξης της συνέχειας μεταξύ του μαοϊκού καθεστώτος και εκείνου του Σι Τζινπίνγκ είναι καλά τεκμηριωμένη. [i]

Προφανώς υπάρχουν αντιπαραθέσεις σε αυτόν τον τομέα και η ίδια η έννοια του ιμπεριαλισμού έχει διάφορες θεμιτές ερμηνείες (όπως όταν μιλάμε για τον ιμπεριαλισμό της τσαρικής Ρωσίας). Είναι απολύτως εφικτό να μελετήσει κανείς τις τρέχουσες γεωπολιτικές συγκρούσεις διατηρώντας επιφυλάξεις για το στάδιο ανάπτυξης της κινεζικής (ή της ρωσικής) κοινωνίας, χωρίς αυτό να ανατρέπει την ανάλυση – εκτός αν πιστεύει ότι τα καθεστώτα του Σι Τζινπίνγκ και του Πούτιν, που προέκυψαν από αντεπαναστάσεις, παραμένουν «προοδευτικά».

Η σύγκρουση μεταξύ μιας ανερχόμενης δύναμης και της καθιερωμένης δύναμης είναι ένα κλασικό σενάριο. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να αναλυθεί στο ιστορικό της πλαίσιο. Το σημερινό πλαίσιο είναι αυτό της παγκόσμιας κρίσης στην οποία μας έχει βυθίσει η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, επομένως ένα πλαίσιο πρωτοφανές ως προς τις επιπτώσεις του. Θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό, αλλά πριν από αυτό, ας τονίσουμε τη μοναδική θέση που κατέχει η Ευρασία στην παγκόσμια γεωπολιτική.

Ευρασία και συγκρούσεις μεγάλων δυνάμεων

Το μεγάλο παιχνίδι μεταξύ της ανερχόμενης δύναμης και της καθιερωμένης δύναμης παίζεται σε όλο τον κόσμο, αλλά για ιστορικούς και γεωστρατηγικούς λόγους είναι ιδιαίτερα έντονο στην Ευρασία. Μια οικονομική ζώνη υψίστης σημασίας (με την Κίνα στο επίκεντρό της), η ήπειρος συνορεύει στα δυτικά με τον Βόρειο Ατλαντικό και, στα ανατολικά, με τη ζώνη του Ινδο-Ειρηνικού, απ’ όπου η Κίνα, και πάλι! μπορεί να προβάλλει τον εαυτό της μέχρι τον Νότιο Ειρηνικό. Υπήρξε το επίκεντρο των επαναστατικών και αντεπαναστατικών αναταραχών του εικοστού αιώνα που αφορούσαν την Ευρώπη, τη Ρωσία, την Κίνα, το Βιετνάμ και πολλές άλλες χώρες της περιοχής. Έζησε, εντονότερα απ’ ό,τι αλλού, τον ναζισμό, τον σταλινισμό, τη διαίρεση σε μπλοκ, τους πολέμους.

Η ήπειρος φέρει τα σημάδια εκείνης της εποχής. Η πυρηνική απειλή είναι παγκόσμια, αλλά η Ευρασία έχει το μονοπώλιο των «θερμών σημείων», όπου οι κάτοχοι πυρηνικών όπλων μοιράζονται τα ίδια σύνορα – η Ρωσία και τα μέλη του ΝΑΤΟ στα δυτικά, η Ινδία και το Πακιστάν στο κέντρο, η Ταϊβάν στο νότο (Κίνα-ΗΠΑ), η κορεατική χερσόνησος στα ανατολικά. Ωστόσο, αυτό το παρελθόν έχει τελειώσει. Η διεθνής ήττα της δικής μου ακτιβιστικής γενιάς στη δεκαετία του 1980 άνοιξε το δρόμο για την επέκταση της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Το λεξιλόγιο και τα αντανακλαστικά του λεγόμενου Ψυχρού Πολέμου (που φούντωνε στην Ασία) επανεμφανίστηκαν ως αντίδραση στην εισβολή στην Ουκρανία, και αυτό το πλαίσιο ανάλυσης δεν είναι λιγότερο ξεπερασμένο. Η Ρωσία και η Κίνα είναι ενταγμένες στην ίδια παγκόσμια αγορά με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα σήμερα αφορά τις αντιφάσεις που προκαλούν οι συγκρούσεις μεταξύ κρατών σε έναν αλληλοεξαρτώμενο κόσμο που διέπεται από την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και των κεφαλαίων.

Πρέπει να απελευθερωθούμε από τα λιγότερο ή περισσότερο ασυνείδητα αναλυτικά εργαλεία του Ψυχρού Πολέμου για να σκεφτούμε εκ νέου σε μια εποχή που η Ευρασία έχει γίνει και πάλι το σκηνικό μιας οξείας αντιπαράθεσης των μεγάλων δυνάμεων, είτε στην Ανατολή γύρω από την Ταϊβάν από τότε που ανέβηκε στην εξουσία ο Σι Τζινπίνγκ είτε στη Δύση από την εισβολή στην Ουκρανία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν, μακράν, η κορυφαία στρατιωτική δύναμη στον κόσμο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκονται πάντα και παντού σε θέση υπεροχής. Αυτή η υπεροχή εξαρτάται από τη φύση του πεδίου επιχειρήσεων, την αξιοπιστία των συμμάχων, την εσωτερική πολιτική κατάσταση, την υλικοτεχνική υποδομή κ.ο.κ. Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι σε όλα τα ευρασιατικά «μέτωπα», έχουν βρεθεί σε κατάσταση αδυναμίας. Ο πρόεδρος Ομπάμα θα ήθελε να προσανατολίσει τον » άξονα » του πολιτικοστρατιωτικού μηχανισμού των ΗΠΑ προς την Ασία. Δεν μπόρεσε, βυθισμένος στην κρίση της Μέσης Ανατολής. Το Πεκίνο εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να εδραιώσει τον έλεγχό του σε ολόκληρη τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, επί της οποίας διακήρυξε την κυριαρχία του, χωρίς να λάβει υπόψη του τα θαλάσσια δικαιώματα των άλλων παράκτιων χωρών. Εκμεταλλεύεται τον οικονομικό της πλούτο και έχει κατασκευάσει ένα σύνολο τεχνητών νησιών που στεγάζουν ένα πυκνό δίκτυο στρατιωτικών βάσεων σε υφάλους. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπόρεσε να ακολουθήσει μια συνεκτική πολιτική για την Κίνα. Ο Τζο Μπάιντεν κατάφερε να επαναπροσανατολίσει τις ΗΠΑ στο μέτωπο της Ασίας και του Ειρηνικού, αλλά βρίσκεται μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα.

Ο πόλεμος δεν είναι μόνο μια στρατιωτική υπόθεση, κάθε άλλο, αλλά η έκβαση των μαχών δεν είναι χωρίς σημασία. Ωστόσο, μια σύγκρουση στη Νότια Κίνα, θα ήταν πιθανόν, σε πρώτη φάση, να εξελιχθεί προς όφελος του Πεκίνου, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα πιο σύγχρονα όπλα του, τη συνδυασμένη δύναμη πυρός μιας στρατιωτικοποιημένης θαλάσσιας ζώνης και μιας στρατιωτικοποιημένης παράκτιας γραμμής, την εγγύτητα των ηπειρωτικών βάσεων (πύραυλοι, αεροπορία κ.ο.κ.), καθώς και τις υλικοτεχνικές διευκολύνσεις που παρέχει ένα σύγχρονο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο (ταχύτητα μεταφοράς και μετακίνησης στο μέτωπο στρατευμάτων, πυρομαχικών κ.ο.κ.).

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι μακροχρόνιος και βλέπουμε πόσο πολύ ξοδεύει οβίδες! Ο συνεχής επανεξοπλισμός των μετώπων είναι ένας σημαντικός περιορισμός, πολύ πιο απλός για το Πεκίνο από ό,τι για την Ουάσιγκτον. Το Πεντάγωνο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια περίπλοκη εξίσωση που πρέπει να λύσει.

Ωστόσο, αυτή η ανάλυση μπορεί να αμφισβητηθεί. [ii]

Η Κίνα δεν έχει καμία εμπειρία σύγχρονου πολέμου. Η μαοϊκή στρατηγική ήταν αμυντική, με πυλώνα το στρατό και τη λαϊκή κινητοποίηση. Ο Σι Τζινπίνγκ οικοδομεί βίαια τα χαρακτηριστικά μιας μεγάλης δύναμης με πυλώνα το Ναυτικό. Ωστόσο, τα στρατεύματά του, ο εξοπλισμός του, η αξιοπιστία και η ακρίβεια των όπλων του, η αλυσίδα διοίκησης, η υλικοτεχνική του οργάνωση, το πληροφοριακό του σύστημα (κυριαρχία στο διάστημα) και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δεν έχουν ποτέ δοκιμαστεί σε πραγματικές καταστάσεις – ενώ ο στόλος των στρατηγικών υποβρυχίων του (στμ: υποβρύχια βαλλιστικών πυραύλων) αποτελεί πάντα μια αχίλλειο πτέρνα.

Την εποχή της εισβολής στην Ουκρανία, η Ουάσινγκτον βρισκόταν επίσης σε αδύναμη θέση στην Ευρώπη. Η Ρωσία προετοιμαζόταν εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια για μια επίθεση στο ευρωπαϊκό μέτωπο, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά. Αν και ο Πούτιν ήλπιζε σε μια αστραπιαία νίκη στην Ουκρανία (λάθος που του στοίχισε ακριβά) και τη συνακόλουθη παράλυση του ΝΑΤΟ (γνώριζε την κατάσταση κρίσης του), είχε άλλους στόχους στο μυαλό του και γνώριζε ότι η ένταση στα σύνορά του θα ήταν διαρκής. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη ετοιμότητας της Ουάσινγκτον ήταν εμφανής.

Μετά την αποτυχία στο Αφγανιστάν, το ΝΑΤΟ βρισκόταν σε κατάσταση κρίσης και οι δυνάμεις του στην Ευρώπη δεν ήταν συγκεντρωμένες σε μεγάλους αριθμούς στα σύνορα της Ρωσίας. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δυναμιτίσει τα πλαίσια πολυμερούς συνεργασίας του δυτικού στρατοπέδου. Η ανικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν προφανής, ανίκανη για οποιαδήποτε συνεκτική διπλωματία σε σχέση με την Κίνα και τη Ρωσία.

Με το Brexit, η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών με στρατεύματα με δυνατότητα επέμβασης, της Γαλλίας και της Βρετανίας, σταμάτησε και οι δυνατότητές τους παραμένουν πολύ περιορισμένες. Το ηθικό δεν είναι υψηλό (οι διαδοχικές αποτυχίες που υπέστη το Παρίσι στην Αφρική δεν είναι χωρίς σημασία). Οι γαλλικές δυνάμεις δεν έχουν καμία στρατηγική αυτονομία, εξαρτώνται από την Ουάσινγκτον για πληροφορίες και… από τους Ρώσους και τους Ουκρανούς για την ανάπτυξή τους. Κατά ειρωνεία της τύχης, το Παρίσι μισθώνει εδώ και καιρό αεροσκάφη ευρείας ατράκτου (jumbo jet) που ανήκουν σε ρωσικές και ουκρανικές εταιρείες για τη μεταφορά των στρατευμάτων του. Φαντάζομαι ότι αυτό δεν ισχύει πλέον (αν και, επειδή ο καπιταλισμός και το εμπόριο είναι αυτό που είναι, είναι πιθανό).

Η Ουκρανία στο πλαίσιο

Το ΝΑΤΟ δεν ήταν ούτε ο μοναδικός ούτε ο κύριος λόγος για την εισβολή. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Πούτιν, είχε ως στόχο να εξαφανίσει την Ουκρανία από τον χάρτη – ένα κράτος που στα μάτια του δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει υπάρξει. [iii] Είναι αδύνατον να γνωρίζουμε τι θα είχε συμβεί αν ένας αιφνιδιαστικός πόλεμος είχε επιτρέψει στη Ρωσία να κατακτήσει τη χώρα, να τη βαλκανοποιήσει και να εγκαθιδρύσει μια κυβέρνηση μαριονέτας στο Κίεβο. Αυτό δεν συνέβη, καθώς η ρωσική επίθεση ανατράπηκε από τη μαζική εθνική αντίσταση στην οποία συμμετείχαν ο στρατός, οι εδαφικές δυνάμεις και ο λαός. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε μείζον γεωπολιτικό γεγονός που προκαλεί γεωστρατηγικές ανακατατάξεις, οι οποίες είναι πολύ πιο πολύπλοκες από ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Το Πεκίνο και το σενάριο που δεν πραγματοποιήθηκε

Σε ποιο βαθμό η ηγεσία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) είχε προειδοποιηθεί για τα ρωσικά σχέδια; Την παραμονή της εισβολής, ο Σι Τζινπίνγκ και ο Πούτιν ανακοίνωσαν με τυμπανοκρουσίες μια συμφωνία για απεριόριστη στρατηγική συνεργασία. Ωστόσο, το Πεκίνο δεν επιτέθηκε στην Ταϊβάν, ανοίγοντας ένα δεύτερο μέτωπο, παρόλο που η ευκαιρία μπορεί να φαινόταν ευνοϊκή και ο Σι είχε αναγάγει την «ανακατάληψη» του εδάφους αυτού σε σήμα κατατεθέν της ηγεμονίας του. Στην πραγματικότητα, η Κίνα ξεκίνησε με μια προσεκτική στάση στον ΟΗΕ, χωρίς να διαχωρίσει ρητά τη θέση της από τη Μόσχα, αλλά χωρίς να ασκήσει βέτο στην πρώτη καταδίκη της εισβολής και υποστηρίζοντας μάλιστα ότι τα διεθνή σύνορα πρέπει να γίνονται σεβαστά. Θυμηθείτε ότι για την ηγεσία του ΚΚΚ (και τον ΟΗΕ), η Ταϊβάν είναι κινεζική επαρχία και όχι ξένο κράτος.

Γιατί αυτή η αυτοσυγκράτηση; Ας εξετάσουμε διάφορους λόγους. Ο πρώτος είναι στρατιωτικός. Η Ταϊβάν είναι ένα τεράστιο επίκεντρο καθήλωσης στην καρδιά της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, το οποίο το Πεκίνο θα ήθελε να σπάσει, αλλά η διέλευση από το στενό, πλάτους 120 χιλιομέτρων, κάνει μια εισβολή πολύ επικίνδυνη. Οι Ταϊβανέζοι έχουν πιθανώς τα μέσα να αντισταθούν μέχρι την άφιξη των αμερικανικών δυνάμεων που θα τους καλύψουν. Όποια και αν είναι η πρόοδος, η πολεμική αεροπορία της Κίνας δεν είναι σε θέση να ανταπεξέλθει. Ο Σι Τζινπίνγκ σίγουρα δεν έχει ξεχάσει τις αποτυχίες του παρελθόντος, όταν ο Μάο, στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, προσπάθησε τρεις φορές να επιτεθεί στις δυνάμεις της Κουομιντάνγκ (Γκουομιντάνγκ) του Τσανγκ Κάι-Τσεκ στο νησί. Το αντίστροφο ισχύει επίσης: μια αμερικανική εισβολή στην Κίνα φαίνεται αδιανόητη.

Δεύτερον, τα ρωσικά και τα κινεζικά συμφέροντα δεν συμπίπτουν πάντα, κάθε άλλο. Η συμμαχία τους έχει νόημα σε αμυντικό πλαίσιο και η Ρωσία έχει εμπειρία που η Κίνα έχει προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί, για παράδειγμα συμμετέχοντας σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στη Σιβηρία. Ωστόσο, η ιστορική διαμάχη μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου στο φόντο της σινοσοβιετικής ρήξης του 1969 είναι πολύ βαριά (οδήγησε τότε σε μάχες για τον έλεγχο των συνόρων του ποταμού Αμούρ). Με τη μεγάλη πρωτοβουλία του Σι Τζινπίνγκ για τους Νέους Δρόμους του Μεταξιού, η κινεζική επιρροή έχει ενισχυθεί σημαντικά στην Κεντρική Ασία, σε μια περιοχή που ο Πούτιν θεωρεί δική του. Η εισβολή στην Ουκρανία έθεσε υπό αμφισβήτηση τα κινεζικά συμφέροντα στην Ανατολική Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας) και τη Δυτική Ευρώπη. Η εγκατάλειψη των δικών της ευρωπαϊκών φιλοδοξιών στο όνομα των αυτοκρατορικών φιλοδοξιών της Μόσχας δεν είναι αυτονόητη. Ωστόσο, το χειρότερο δυνατό σενάριο για το Πεκίνο θα ήταν να βρεθεί μόνο του απέναντι στην Ουάσινγκτον.

Τρίτον, η θέση του Σι Τζινπίνγκ στο ΚΚΚ δεν έχει παγιωθεί. Η διαχείρισή του για την πανδημία Covid-19 επικρίνεται. Το Γενικό Επιτελείο Στρατού δεν έχει χωνέψει τις εκκαθαρίσεις στις οποίες έχει υποβληθεί. Οι φατρίες των οργάνων της εξουσίας που εξοντώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες περιμένουν την ώρα της εκδίκησής τους. Ο Σι έχει επιβάλει μια συνταγματική μεταρρύθμιση που του επιτρέπει να προεδρεύει για όσο καιρό θέλει – αλλά μπορεί να το κάνει; Ένα κόμμα 90 εκατομμυρίων μελών σε μια χώρα-ήπειρο δεν μπορεί να το ελέγχει πλήρως ένα άτομο [cannot be led by the nose] και η κατάστασή του είναι μάλλον πιο εύθραυστη από ό,τι φαινόταν.

Μια γενικευμένη κρίση διακυβέρνησης

Η κατάσταση του Τζο Μπάιντεν στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ήδη κρίσιμη την εποχή της εισβολής στην Ουκρανία, χωρίς λειτουργική πλειοψηφία στο Κογκρέσο, υπό την απειλή της εκδικητικής επιστροφής του Τραμπισμού. Έκτοτε, τα πράγματα επιδεινώθηκαν, με το υφέρπον δικαστικό πραξικόπημα που διεξήγαγαν τα έξι υπερσυντηρητικά μέλη (έναντι των τριών υγιώς σκεπτόμενων μελών) του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Γνωρίζουμε τώρα πώς η ακροδεξιά (ιδίως η ευαγγελική συνιστώσα της) προετοίμαζε επί δεκαετίες τον ασφυκτικό έλεγχό της στους θεσμούς, εκπαιδεύοντας και τοποθετώντας δικηγόρους και δικαστές σε θέσεις-κλειδιά. [iv]

Γνωρίζουμε την έκταση της συνωμοσίας του Τραμπ που οδήγησε στην επίθεση στο Καπιτώλιο. [v] Και όμως δεν μπορώ να καταλάβω πώς στις Ηνωμένες Πολιτείες έξι άνθρωποι (έξι!) μπορούν να επιβάλλουν τη δικτατορία τους, σπάζοντας την παραδοσιακή λειτουργία του Ανώτατου Δικαστηρίου, επιτιθέμενοι στα αναπαραγωγικά δικαιώματα, μπλοκάροντας το (ακόμη τόσο μετριοπαθές) πρόγραμμα για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και ανακοινώνοντας ότι αυτό είναι μόνο η αρχή και ότι η σκοταδιστική τους επίθεση θα συνεχιστεί και σε άλλους τομείς, συμπεριλαμβανομένου και αυτού των εκλογών. [vi] Υπάρχουν σημαντικοί μηχανισμοί ελέγχου και εξισορρόπησης στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως ο ρόλος των πολιτειών. Αυτό δεν ισχύει στη Γαλλία, μια χώρα υπερ-προεδρική, όπου ο Μακρόν προσπαθεί να επιβάλει μια αυταρχική «υπέρβαση» της αστικής δημοκρατίας, ένα σχέδιο που ευτυχώς ματαιώθηκε (προς το παρόν) από τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές. Η κατάσταση δεν είναι λιγότερο καταστροφική στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπως και στην Ευρώπη (η φαρσοκωμωδία του Μπόρις Τζόνσον, για παράδειγμα). Διανύουμε μια αγωνιώδη κρίση δημοκρατίας.

Η παγκοσμιοποίηση σε σοβαρή κρίση

Η παγκοσμιοποίηση των αγορών βρίσκεται πλέον σε αδιέξοδο, ακόμη και αν αυτό δεν ισχύει κατ’ ανάγκη για την παγκοσμιοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η γεωπολιτική μελετά κατ’ αρχήν τη συσχέτιση πολλών παραγόντων, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι ένα συλλογικό έργο. [vii] Είναι εκτός του αντικειμένου μου εδώ. Ωστόσο, η Ευρασία έχει προσφέρει έναν νέο γεωπολιτικό παράγοντα πρωταρχικής σημασίας: την πανδημία του Κόβιντ-19. Γεννήθηκε στην Κίνα και εξαπλώθηκε στην Ευρώπη, η οποία λειτούργησε ως εφαλτήριο για να φτάσει σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ταχύτητα με την οποία η επιδημία μετατράπηκε σε πανδημία εξηγείται από την αμέλεια των κυβερνήσεων που άργησαν να δράσουν (και στην Ευρώπη), την πυκνότητα του εμπορίου του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και τα χαρακτηριστικά του ιού Sars-Cov-2, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς του να κατασκευάζει νέες ποικιλίες παραλλαγών και να προσβάλλει σχεδόν όλα τα πνευμονικά συστήματα, το αίμα, το νευρικό, το πεπτικό κ.ο.κ. (άρα δεν έχει καμία σχέση με τη γρίπη). Το μόνο προηγούμενο θα μπορούσε να είναι η λανθασμένα αποκαλούμενη ισπανική γρίπη (προερχόταν αρχικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες), την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά τότε δεν γνωρίζαμε πώς να αναλύουμε τις μεταλλάξεις και επομένως δεν μπορούμε να συγκρίνουμε.

Έχουμε εισέλθει στην εποχή των επιδημιών, εκτός από την κλιματική και οικολογική κρίση. Ο Covid-19 έχει πυροδοτήσει τις αντιφάσεις μιας παγκόσμιας οικονομίας που βασίζεται στην παραγωγή just-in-time και στην απεριόριστη ανάπτυξη του εμπορίου. Δεν θα υπάρξει επιστροφή.

Η νέα τεκτονική των γεωπολιτικών πλακών

Σχεδόν πέντε μήνες μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η παγκόσμια κατάσταση μπορεί να φαίνεται απλή στον χαρακτηρισμό της: Η Ευρασία και ο Ινδο-Ειρηνικός παραμένουν το επίκεντρο των γεωπολιτικών συγκρούσεων, η ηγεσία των ΗΠΑ έχει αποκατασταθεί στο δυτικό στρατόπεδο, το ΝΑΤΟ έχει επανιδρυθεί με νέες φιλοδοξίες, η Ρωσία και η Κίνα στέκονται μαζί παρά τις διαφορές τους που συζητήσαμε, μια «αποπαγκοσμιοποίηση του πολέμου» βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλα τα μέτωπα, η κλιματική, οικολογική και υγειονομική κρίση επιταχύνεται ανάλογα, η δυστυχία των λαών αυξάνεται ανάλογα με τις καταστροφές που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Η επανίδρυση του ΝΑΤΟ

Η εισβολή στην Ουκρανία επέτρεψε, όπως αναμενόταν, στο ΝΑΤΟ να ξεπεράσει τη μετα-αφγανική κρίση του, δίνοντάς του νέο λόγο ύπαρξης και νομιμοποίησης – ένα πολύ σκληρό πλήγμα στον αγώνα κατά της Οργάνωσης και των στρατιωτικών συμμαχιών. Η Σύνοδος Κορυφής της Μαδρίτης, στα τέλη Ιουνίου του 2022, ήταν μια ευκαιρία να αποκτήσει μια απεριόριστη εντολή, η οποία το εξουσιοδοτεί να επεμβαίνει παγκοσμίως εναντίον οποιασδήποτε «απειλής», όποια κι αν είναι αυτή. [viii] Η Ρωσία παρουσιάζεται ως «η σημαντικότερη απειλή» προς το παρόν και η Κίνα, μακροπρόθεσμα, ως ο κύριος «στρατηγικός ανταγωνιστής» σε όλους τους τομείς.

Η «νέα στρατηγική αντίληψη» του ΝΑΤΟ δεν είναι καθόλου διφορούμενη. Το ερώτημα παραμένει: διαθέτει ο Οργανισμός τα μέσα για την πολιτική του; Δεν υπάρχει τίποτα προφανές σε αυτό. Ενώ οι περισσότερες χώρες στα Ηνωμένα Έθνη καταδίκασαν την εισβολή, μόνο μια μικρή μειοψηφία ακολούθησε το δρόμο των κυρώσεων. Σήμερα, ο Τζο Μπάιντεν και το ΝΑΤΟ απαιτούν από τις χώρες της Ευρασίας και του Ινδο-Ειρηνικού να σταθούν ενωμένες απέναντι τόσο στη Ρωσία όσο και στην Κίνα. Και τι έχουν πάρει; Την ένταξη νέων ευρωπαϊκών χωρών στον Οργανισμό με, και αυτό είναι το σημαντικό, λαϊκή υποστήριξη, τη συμφωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υπαχθούν κάτω από τη στρατιωτική ομπρέλα των ΗΠΑ, την ενθουσιώδη ευθυγράμμιση της Ιαπωνίας.

Όσον αφορά την Ιαπωνία, το σύνταγμα της χώρας περιέχει μια ρήτρα ειρήνης (άρθρο 9) που απαγορεύει στη χώρα την ανασύσταση στρατού («ο ιαπωνικός λαός αποκηρύσσει για πάντα τον πόλεμο ως κυρίαρχο δικαίωμα του έθνους») και την απειλή ή τη χρήση βίας ως μέσο επίλυσης διεθνών διαφορών. Η ρήτρα αυτή καταστρατηγήθηκε («επανερμηνεύτηκε») από το 1954 από το (δεξιό εθνικιστικό) Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο ανέπτυξε τις «δυνάμεις αυτοάμυνας» σε αντίθεση με το άρθρο 9, το οποίο ορίζει ότι «για την επίτευξη του στόχου της προηγούμενης παραγράφου δεν θα διατηρηθούν ποτέ χερσαίες, θαλάσσιες και αεροπορικές δυνάμεις, καθώς και άλλες πολεμικές δυνατότητες». Έτσι, η Ιαπωνία διαθέτει τον πέμπτο μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο, πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία, την Κίνα και την Ινδία. Διαθέτει 1.450 αεροσκάφη (μόνο οι ΗΠΑ έχουν περισσότερα) και ένα ναυτικό με 36 αντιτορπιλικά. Τα αντιτορπιλικά είναι τα πιο ισχυρά πολεμικά πλοία μετά τα αεροπλανοφόρα. Το Τόκιο δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα, αλλά θα μπορούσε να τα αποκτήσει πολύ γρήγορα. Η κυβέρνηση πιστεύει ότι συμμετέχοντας σε πολύπλευρες επιχειρήσεις θα μπορέσει να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα και να στείλει τις δυνάμεις της σε εξωτερικά πεδία επιχειρήσεων. Το Τόκιο θα παίξει το δικό του παιχνίδι και δεν θα είναι υποταγμένος σύμμαχος της Ουάσιγκτον.

Όσον αφορά την Ινδία, ο Τζο Μπάιντεν έχει προωθήσει την ιδέα μιας ζώνης Ινδο-Ειρηνικού για να εντάξει το Νέο Δελχί σε ένα κοινό μέτωπο κατά της Κίνας. Τώρα δεν έχει καμία πιθανότητα να εξασφαλίσει τη συμφωνία της κυβέρνησης Μόντι για να συνταχθεί με την Ουάσινγκτον εναντίον της Ρωσίας. Για προφανείς λόγους σκοπιμότητας, η Ινδία επιδεικνύει φαινομενικά μια αρχή διπλωματικής ουδετερότητας. Διατηρεί συνεχείς δεσμούς με τη Μόσχα από τη δεκαετία του 1960 και περίπου το 60% των στρατιωτικών αναγκών της καλύπτεται από τη Ρωσία. Θα συμφωνούσε ακόμη και να εξετάσει το ενδεχόμενο συναλλαγών σε ρούβλια (το ρωσικό νόμισμα) και όχι σε δολάρια. [ix]

Οι νέοι αδέσμευτοι

Οι αδέσμευτοι έχουν γίνει και πάλι ένα επαναλαμβανόμενο θέμα. Ο όρος είναι σαγηνευτικός, αναβιώνοντας τη μνήμη της Διάσκεψης της Bandung το 1955. Η διάσκεψη αυτή πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Ινδονήσιου ηγέτη Sukarno, με τη συμμετοχή του Zhou Enlai για την Κίνα, του Nehru για την Ινδία, του Nasser για την Αίγυπτο, του Sihanouk για την Καμπότζη, του Tito για τη Γιουγκοσλαβία, καθώς και της Ιαπωνίας (η μόνη βιομηχανική χώρα) και του Hocine Aït Ahmed για το αλγερινό FLN. Το Κίνημα των Αδεσμεύτων (NAM) ήταν μέρος ενός τεράστιου αγώνα για την αποαποικιοποίηση και την αμφισβήτηση της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων.

Καμία σχέση δεν έχει με τις σημερινές αδέσμευτες χώρες, που γενικά αποτελούνται από καθεστώτα που δεν έχουν τίποτα το προοδευτικό. Έτσι, η Ινδία του Μόντι θεωρείται από πολλά αριστερά ρεύματα ως φασιστική. [x]

Ωστόσο, η αναφορά στους αδέσμευτους σημαίνει ότι οι δουλειές θα συνεχιστούν όπως πριν και ότι η Ρωσία δεν είναι απομονωμένη διεθνώς, ειδικά από τη στιγμή που η καταγγελία της για τις δολιότητες της Δύσης βρίσκει απήχηση στη λαϊκή μνήμη του αποικισμού ή της εισβολής στο Ιράκ.

Στα ευρωπαϊκά σύνορα της Ρωσίας, καθώς όλα είναι σχετικά, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζονται σίγουρα πιο δημοκρατικά από το καθεστώς Πούτιν, ακόμη και αν το πρόγραμμα ανασυγκρότησης της Ουκρανίας που συζητήθηκε στο Λουγκάνο, με την προοπτική της μεταπολεμικής περιόδου, επιδιώκει να επιβάλει στον πληθυσμό τους κανόνες της νεοφιλελεύθερης τάξης. [xi]

Αλληλεγγύη

Το μέλλον παραμένει πολύ αβέβαιο. Δεν ξέρουμε πώς οι κρίσεις εθνικής δημοκρατικής αποσύνθεσης μπορούν να επηρεάσουν τη διεθνή κατάσταση, αν θα ανοίξει αύριο μια παροξυσμική κρίση στη Μεσόγειο γύρω από την Τουρκία ή στη Μέση Ανατολή, πώς θα συνεχιστεί ο «ολοκληρωτικός πόλεμος» (συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων και των οικονομικών αντιμέτρων), αν η βιαιότητα των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης θα προκαλέσει κύματα μετανάστευσης και μια νέα σκλήρυνση της Ευρώπης-Φρούριο.

Η ουκρανική κρίση, ωστόσο, ήταν μια ευκαιρία για τη δυτικοευρωπαϊκή αριστερά να κατανοήσει τη σημασία της εμπειρίας της ίδιας της ανατολικοευρωπαϊκής αριστεράς, να ενσωματώσει την «άποψή» της. Δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε τη γεωπολιτική χωρίς να ξεπεράσουμε τους εθνικούς μας ορίζοντες και να μάθουμε να βλέπουμε τον κόσμο αλλιώς. Δεν αρκεί να υποστηρίζουμε τους συντρόφους μας που αγωνίζονται και στις δύο πλευρές των ρωσικών συνόρων, ειδικά το Sotsialniy Rukh, το ουκρανικό «Κοινωνικό Κίνημα», πρέπει επίσης να τους ακούμε και να μαθαίνουμε.

Ομοίως, η Ουκρανία δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε τον τρομερό πόλεμο που μαστίζει τη Βιρμανία (Μιανμάρ) ή την επικίνδυνη φύση του συνεχιζόμενου αγώνα στις Φιλιππίνες μετά την επιστροφή στην εξουσία της φατρίας Μάρκος. Η ριζοσπαστική αριστερά ή θα είναι διεθνιστική στη δράση ή δεν θα υπάρξει.