Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την Ουκρανία: Ούτε ίχνος αλληλεγγύης

Author

Murray Smith

Date
October 6, 2023

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την Ουκρανία: Ούτε ίχνος αλληλεγγύης

Murray Smith

6 Οκτωβρίου 2023

[από το links: European Left leaders on Ukraine: Not even a hint of solidarity]

Ο ιστότοπος του think tank “Transform!” δημοσίευσε, στις 13 Αυγούστου, ένα άρθρο με τίτλο “Η Αριστερά και ο ενδοϊμπεριαλιστικός πόλεμος”, των Michael Brie και Heinz Bierbaum. Οι συγγραφείς είναι από πολλά χρόνια ηγετικά στελέχη του γερμανικού Die Linke (“Η Αριστερά”) και χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης. Ο Heinz Bierbaum ήταν πρόεδρος του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) από το 2019 έως το 2022 και τώρα είναι πρόεδρος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Το Die Linke βρίσκεται σήμερα σε μια κρίση που περιγράφεται ευρέως ως υπαρξιακή. Πολλοί σύντροφοι προσπαθούν να βοηθήσουν το κόμμα να βγει από την ομίχλη στην οποία φαίνεται να έχει χαθεί και να αναπτύξει μια προσέγγιση με ταξική αφετηρία και ταξικό προσανατολισμό. Οι Brie και Bierbaum είναι δύο από αυτούς. Πριν από λίγο καιρό έγραψαν μάλιστα ένα άρθρο στο Neues Deutschland προς αυτή την κατεύθυνση. Σε αυτό υπήρχαν μόνο περιστασιακές αναφορές στον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά ήταν ήδη ανησυχητικές. Με τη σημερινή τους συμβολή, οι τότε ανησυχητικές αναφορές αποδεικνύονται προάγγελοι για κάτι πολύ πιο σοβαρό. (Μια πρόσφατη συνεισφορά του Walter Baer, προέδρου του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, με τίτλο “Κάνοντας τη διαφορά”, που ασχολείται με ευρύτερα ζητήματα, βρίσκεται, στο ζήτημα της Ουκρανίας, πολύ κοντά στη θέση των Brie και Bierbaum, αν και με πιο μετριοπαθή τρόπο).

Οι συγγραφείς παραθέτουν ένα απόσπασμα από τον Ferdinand Lassalle: “Κάθε μεγάλη πολιτική δράση αρχίζει με την εκφώνηση αυτού που είναι. Όλη η πολιτική μικροψυχία συνίσταται στην απόκρυψη και την ωραιοποίηση αυτού που είναι”. Σε αυτό δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς. Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, για το “είναι”, στην Ουκρανία, σήμερα; Και το πρώτο σημείο που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι το πιο σημαντικό πράγμα που συμβαίνει δεν αναφέρεται καν στο άρθρο τους.

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι ότι η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Αυτό είναι βέβαια αλήθεια, και είναι αυτό που ξεκίνησε τον σημερινό πόλεμο. Όμως, στην πραγματικότητα, το αληθινά σημαντικό είναι ότι η εισβολή αυτή προσέκρουσε στη μαζική αντίσταση του ουκρανικού λαού. Όχι μόνο της κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και του ίδιου του λαού. Αντάρτες στα κατεχόμενα εδάφη, οργανώσεις και κινήματα της κοινωνίας των πολιτών και πρωτοβουλίες βάσης παντού, για να στηρίξουν την άμυνα της χώρας τους. Η κοινότητα των Ρομά, που είναι συχνά αντικείμενο διακρίσεων στην Ουκρανία όπως και αλλού, έχει επίσης κινητοποιηθεί. Οι μορφές αντίστασης μπορεί να είναι πολλές, ένοπλες και άοπλες. Υπάρχουν δύο μεγάλες συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες στην Ουκρανία. Και οι δύο υποστηρίζουν την υπεράσπιση της χώρας τους. Συγκεντρώνουν χρήματα για να βοηθήσουν τα μέλη τους που υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και να αγοράσουν στρατιωτικό εξοπλισμό. Η πολιτική αριστερά υποστηρίζει τον πόλεμο, όπως και ένα πολύ ενεργό δίκτυο γυναικών. Ακόμη και οι αναρχικοί έχουν αναστείλει την αντίθεσή τους σε όλα τα κράτη για να ενταχθούν στο στρατό και να πολεμήσουν.

Ταυτόχρονα, τα συνδικάτα και η αριστερά αγωνίζονται και ενάντια στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της ουκρανικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα ενάντια στους αντισυνδικαλιστικούς νόμους και για την υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών. Οι υποστηρικτές της Ουκρανίας από το εξωτερικό στηρίζουν τα ουκρανικά συνδικάτα και στα δύο αυτά επίπεδα, ενάντια στη ρωσική επιθετικότητα και για την υπεράσπιση των κοινωνικών τους δικαιωμάτων. Συνολικά, τα ευρωπαϊκά συνδικάτα τα έχουν καταφέρει καλύτερα απ’ό,τι η πολιτική αριστερά. Παρέχουν πραγματική βοήθεια στα ουκρανικά συνδικάτα με πολλούς τρόπους και ορισμένα από αυτά εκφράζουν και πολύ ξεκάθαρα την πολιτική τους στήριξη προς την Ουκρανία. Αυτό οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι πολλά από αυτά γνωρίζουν και βοηθούν τα ουκρανικά συνδικάτα εδώ και 20 ή 30 χρόνια. Για τον ίδιο λόγο κάνουν ό,τι μπορούν για να στηρίξουν και τα συνδικάτα της Λευκορωσίας που υφίστανται σοβαρή καταστολή από τον Λουκασένκο.

Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι τα συνδικάτα, όσο αποδυναμωμένα και αν είναι, εξακολουθούν να είναι μαζικές οργανώσεις και επομένως ανταποκρίνονται περισσότερο στη φιλοουκρανική κοινή γνώμη, η οποία είναι πλειοψηφική σε όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ακόμη και σε εκείνες όπου η αριστερά που κάνει τη μεγαλύτερη φασαρία είναι η αριστερά που βλέπει την παγκόσμια πολιτική μέσα από το πρίσμα αντικρουόμενων στρατοπέδων (η “καμπιστική” αριστερά) και αυτή που στηρίζει έναν κατευνασμό του Πούτιν. Η πιο πρόσφατη νίκη της αλληλεγγύης προς την Ουκρανία ήταν η συντριπτική υπερψήφισή της στο συνέδριο των βρετανικών συνδικάτων (βλ. Παράρτημα 1).

A. Φύση του πολέμου

Όσον αφορά τη διεθνή πολιτική αριστερά, αυτή δεν υπάρχει “ως ενιαίο σύνολο”. Υπάρχουν κόμματα που υποστηρίζουν την Ουκρανία και κόμματα που δεν την υποστηρίζουν, είτε για ειρηνιστικούς, είτε για “καμπιστικούς” ή γεωπολιτικούς λόγους. Και σε πολλές χώρες, υπάρχουν διαιρέσεις μέσα στην αριστερά.

Οι συγγραφείς παραθέτουν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ για να στηρίξουν την ιδέα ότι δεν υπάρχει αμυντικός πόλεμος. Στη συνέχεια, όμως, επίσης εξηγούν ότι “από την πλευρά της Ρωσίας, πρόκειται για την υπεράσπιση της απειλούμενης γεωπολιτικής της θέσης”. Όχι το έδαφός της, όχι τον λαό της, αλλά την “απειλούμενη γεωπολιτική της θέση”. Θα επανέλθουμε σε αυτό. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ο σημερινός πόλεμος είναι ένας αμυντικός πόλεμος που ξεκίνησε με την Ουκρανία να υπερασπίζεται τον εαυτό της απέναντι στη ρωσική επίθεση. Θα εξετάσουμε αργότερα από πού προήλθε αυτή η επίθεση. Για να πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα: το 1979 το Βιετνάμ διεξήγαγε έναν επιτυχημένο αμυντικό πόλεμο ενάντια σε μια κινεζική εισβολή. Άρα, αμυντικοί πόλεμοι υπάρχουν, αλλά το αν ένας πόλεμος είναι αμυντικός ή επιθετικός δεν είναι το κεντρικό ερώτημα. Αυτό που έχει σημασία είναι η φύση του πολέμου και των χωρών που εμπλέκονται, όχι το ποιος τον αρχίζει. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τόσο ο πόλεμος της Αλγερίας όσο και ο ιρλανδικός πόλεμος της ανεξαρτησίας ξεκίνησαν από οργανώσεις των αποικιοκρατούμενων λαών που έριξαν τους πρώτους πυροβολισμούς. Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι οι πόλεμοι που ακολούθησαν ήταν πόλεμοι εθνικής απελευθέρωσης, ως απάντηση σε αιώνες αποικιακής καταπίεσης από τον γαλλικό και το βρετανικό ιμπεριαλισμό.

Για να επιστρέψουμε στον σημερινό πόλεμο. Πρόκειται για έναν επιθετικό πόλεμο που εξαπέλυσε ο ρωσικός ιμπεριαλισμός εναντίον της Ουκρανίας, η οποία καταπιεζόταν από τη Ρωσία για αιώνες. Η σχέση μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας παρομοιάστηκε από τον Βλαντιμίρ Λένιν με εκείνη μεταξύ Βρετανίας και Ιρλανδίας, με πολύ σκληρούς όρους: “Ακραία εκμετάλλευση, χωρίς εκείνη να παίρνει τίποτα σε αντάλλαγμα” (“Ομιλία στη Ζυρίχη”, 27 Οκτωβρίου 1914, που δεν περιλαμβάνεται στα “Συλλογικά Έργα του Λένιν”. Αυτή είναι επίσης και η μόνη καταγεγραμμένη φορά στην οποία ο Λένιν ζητάει ρητά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας). Έτσι, η Ουκρανία έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της και είναι καθήκον της διεθνιστικής αριστεράς να την υποστηρίξει. Αυτό θα ίσχυε ακόμα και αν η Ουκρανία είχε περάσει στην επίθεση στο Ντονμπάς ή στην Κριμαία μεταξύ 2014 και 2022.

1. Τι θέλουν οι Ουκρανοί;

Τι έχουν να πουν οι συγγραφείς μας για την αντίσταση του ουκρανικού λαού; Πρακτικά τίποτα. Το να λέγαμε ότι απλώς την αποσιωπούν θα ήταν μάλιστα υποτίμηση. Γιατί μιλάνε για “ένα σφαγείο στρατιωτών και από τις δύο πλευρές” - και από τις δύο πλευρές, σαν να ήταν στο ίδιο επίπεδο. Που δεν είναι. Στη μάχη του Στάλινγκραντ το 1942-43, πέθαναν εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες. Και από τις δύο πλευρές. Αλλά οι πλευρές αυτές δεν ήταν ίσες και εκείνη την εποχή κανείς δεν θεωρούσε ότι ήταν. Οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού πέθαναν υπερασπιζόμενοι την πατρίδα τους και αργότερα πέρασαν στην επίθεση. Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ πέθαναν εισβάλλοντας στη Σοβιετική Ένωση και υπερασπιζόμενοι τη ναζιστική Γερμανία. Δεν υπάρχει καμία εξίσωση εδώ. Στο Βιετνάμ πέθαναν 60.000 στρατιώτες των ΗΠΑ. Πολλοί από αυτούς είχαν ήδη καταλάβει ότι πολεμούσαν έναν άδικο πόλεμο και ήθελαν απλώς να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Αλλά ο πόλεμος είναι αμείλικτος. Όταν η χώρα σου καταλαμβάνεται από έναν ιμπεριαλιστικό στρατό δεν μπορείς να τον διώξεις χωρίς να σκοτώσεις πολλούς στρατιώτες του. Και ο στρατός των ΗΠΑ σκότωσε πολλούς, και πολύ περισσότερους Βιετναμέζους.

Οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν τον πόλεμο ως ενδο-αυτοκρατορικό πόλεμο. Τίποτα καινούργιο σε αυτό, εκτός από το να χρησιμοποιούν τη λέξη αυτοκρατορικό αντί για ιμπεριαλιστικό. Επαναλαμβάνεται η συνήθης λιτανεία για το πώς το ΝΑΤΟ αθέτησε τις υποσχέσεις του να μην επεκταθεί προς τα ανατολικά και πώς η Ρωσία ένιωσε ότι απειλείται και έπρεπε να αμυνθεί. Δεν θα ασχοληθώ με αυτό λεπτομερώς, αφού το έχω ήδη κάνει αλλού (“Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και η ευρωπαϊκή αριστερά”). Ας υπογραμμίσουμε ωστόσο αυτό που είναι το ουσιαστικό σημείο του κειμένου. “Μόλις κατανοήσουμε ότι αυτός ο πόλεμος είναι πρώτα και κύρια ένας ενδοϊμπεριαλιστικός πόλεμος, τα βήματα προς την ειρήνη γίνονται επίσης κρυστάλλινα ξεκάθαρα από αριστερή προοπτική”. Αυτό που στην πραγματικότητα είναι κρυστάλλινα ξεκάθαρο είναι ότι ο ορισμός του πολέμου ως ενδοϊμπεριαλιστικού ή ως πολέμου δι' αντιπροσώπων καθιστά δυνατό να αντιμετωπίζεται ο λαός της Ουκρανίας ως αμελητέα ποσότητα και να ξεπουλιέται.

Η πρώτη εντυπωσιακή πτυχή του άρθρου είναι η πλήρης άρνηση των Ουκρανών ως φορέων του δικούς τους μέλλοντος. Διότι δεν είναι απλά θύματα, ούτε απλά χειραγωγούνται από τους κακούς δυτικούς ιμπεριαλιστές. Ο ουκρανικός λαός ξέρει τι θέλει και είναι έτοιμος να παλέψει γι' αυτό. Αλλά τι διαβάζουμε; Πρώτα απ' όλα: "Τις προσπάθειες των ΗΠΑ και της ΕΕ να κάνουν την Ουκρανία να επιλέξει έναν μονόπλευρο προσανατολισμό προς την ΕΕ και το ΝΑΤΟ και έτσι να (εγκαταλείψει) την πολιτική ενός ενδιάμεσου ρόλου μεταξύ Δύσης και Ανατολής". Πρώτον, οι Ουκρανοί ποτέ δεν επέλεξαν αυτόν τον ενδιάμεσο ρόλο, τους επιβλήθηκε. Δεύτερον, όντως επέλεξαν να στραφούν μακριά από τη Ρωσία και προς την Ευρώπη. Το επέλεξαν αυτό στο Μαϊντάν και επιβεβαίωσαν αυτή την επιλογή στις εκλογές του 2014 και του 2019. Πριν από το 2014 υπήρχε μια σε γενικές γραμμές θετική στάση απέναντι στην ΕΕ, αν και όχι μια ξεκάθαρη πλειοψηφία. Δεν υπήρξε ποτέ πλειοψηφία υπέρ του ΝΑΤΟ πριν από το 2014. Μετά από αυτό υπήρξε πλειοψηφία τόσο για την ΕΕ όσο και για το ΝΑΤΟ. Και η πλειοψηφία μεγάλωσε και έγινε μαζική μετά τις 24 Φεβρουαρίου 2022. Ο λόγος μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: Πούτιν, Ρωσία.

Στις 29 Αυγούστου δημοσιεύθηκε μια δημοσκόπηση, η οποία διεξήχθη από το Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας του Κιέβου για λογαριασμό του Ινστιτούτου Κοινωνιολογίας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας. Έδειξε (σελίδα 39) ότι το 83,5% των Ουκρανών πιστεύει ότι η νίκη είναι δυνατή μόνο αν επιστραφούν όλα τα κατεχόμενα εδάφη. Μόνο το 4% πιστεύει ότι μια επιστροφή στο status quo πριν από τις 24 Φεβρουαρίου 2022 θα ήταν αποδεκτή, δηλαδή να αφήσουν τη Ρωσία να κρατήσει την Κριμαία και τις “δημοκρατίες”. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σε αυτά τα ποσοστά, απλώς μπορούν να επιβεβαιώσουν εκείνα προηγούμενων δημοσκοπήσεων. Ορισμένες πρόσφατες διαδηλώσεις απεικονίζουν τη στάση απέναντι στον πόλεμο. Στην Οδησσό, το Λβιβ και αλλού υπήρξαν διαδηλώσεις που απαιτούσαν τα χρήματα για τα δημοτικά συμβούλια και για διάφορους σκοπούς να χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας. Στο Κίεβο διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς στη δημοτική διοίκηση είχαν τον ίδιο στόχο. Αυτές δεν είναι διαδηλώσεις κατά του πολέμου ή σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά της Ουκρανίας που θα χρησιμοποιείτo ως “proxy” από τον δυτικό ιμπεριαλισμό. Είναι αιτήματα για να διεξαχθεί ο πόλεμος με τους μέγιστους διαθέσιμους πόρους.

2. Το μέλλον που προτείνεται για την Ουκρανία: “παγωμένη σύγκρουση”

Αυτό που έχει να πει το κείμενο για το μέλλον της Ουκρανίας δεν έχει καμία σχέση με το τι θέλει ο ουκρανικός λαός.

Άμεση κατάπαυση του πυρός χωρίς προαπαιτούμενα ... ελεγχόμενη από τον ΟΗΕ και ουδέτερα κράτη. Στο δεύτερο βήμα, πρέπει να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για αναζήτηση μιας ισορροπίας συμφερόντων μεταξύ όλων των εμπόλεμων κρατών και όσων εμπλέκονται στον πόλεμο”. Ούτε μια αναφορά στα δικαιώματα του ουκρανικού λαού.

Για να γίνουν τα πράγματα απολύτως ξεκάθαρα μπορούμε να διαβάσουμε: “Η ιδέα ότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια προπολεμική κατάσταση πραγμάτων είναι μη ρεαλιστική” (η έμφαση στο πρωτότυπο) Στο πλαίσιο του εγγράφου, αυτή η δήλωση είναι ακριβής: το "αυτό" στο οποίο αναφέρεται αφορά το σχέδιο που περιγράφεται παραπάνω. Είναι ένα κλασικό επιχείρημα υπέρ των διαπραγματεύσεων πάνω από τα κεφάλια των πλέον ενδιαφερόμενων, στην προκειμένη περίπτωση του ουκρανικού λαού. Από το Συνέδριο της Βιέννης το 1815 και μετά, τέτοιες “συνθήκες ειρήνης” το μόνο που έχουν κάνει είναι να προετοιμάζουν το έδαφος για νέους πολέμους -και μερικές φορές για επαναστάσεις. Και πράγματι, μια τέτοια διαδικασία στην Ουκρανία δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια "προπολεμική κατάσταση πραγμάτων", η οποία θα συνεπαγόταν αναγκαστικά την απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων. Ο συνεχιζόμενος αγώνας του ουκρανικού λαού μπορεί να οδηγήσει σε μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων. Αλλά ούτε αυτός ο αγώνας ούτε και το αίτημα για απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων δεν αναφέρονται ούτε μια φορά από τους συγγραφείς.

Αυτοί γράφουν: "απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινής ασφάλειας που θα περιλαμβάνει τη Ρωσία. Αυτό θα απαιτήσει σημαντικό χρονικό διάστημα". Όμως αυτό υποτιμάει πλήρως την κατάσταση και είναι ένας εντελώς μη ρεαλιστικός στόχος.

Τα χειρότερα είναι ακόμα μπροστά μας. Μαθαίνουμε, έτσι, ότι “θα πρέπει να υπομείνουμε μια παγωμένη σύγκρουση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα”, αλλά ότι αυτή είναι “καλύτερη από τον πόλεμο”. Αναρωτιέται κανείς αν αυτοί που το γράφουν αυτό καταλαβαίνουν πραγματικά τι λένε. Γιατί καταδικάζουν τους Ουκρανούς που ζουν υπό ρωσική κατοχή να συνεχίσουν να ζουν έτσι για “ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα”. Η κατοχή ορισμένων εδαφών διαρκεί τώρα περισσότερο από δεκαοκτώ μήνες, που είναι ήδη ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για εκείνους που είναι υποχρεωμένοι να την υπομείνουν. Πρόκειται για μια βάρβαρη κατοχή, η οποία αρχίζει με βιασμούς και λεηλασίες και συνεχίζεται με αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες ανδρών, γυναικών και παιδιών, φιλτράρισμα ανθρώπων, μετακινήσεις αμάχων και απαγωγές παιδιών, καθώς και σχέδια για να πλημμυρίσουν τις κατεχόμενες περιοχές με Ρώσους μετανάστες, όπως έγινε ήδη στην Κριμαία. Με ποιο δικαίωμα μπορεί κανείς να καταδικάσει ολόκληρους πληθυσμούς να τα υπομείνουν αυτά και να προσθέτει, προσβολή στην προσβολή, ότι είναι "καλύτερο από τον πόλεμο". Τίποτα δεν είναι λιγότερο προφανές.

Όσο για την ιδέα ότι δεν είναι ρεαλιστικό να απελευθερωθεί η Ουκρανία μόνη της, ας κοιτάξουμε την ιστορία. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που θεωρούσαν μη ρεαλιστική την ιδέα ότι το Βιετνάμ θα μπορούσε να νικήσει τον γαλλικό και στη συνέχεια τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Ή ότι η Αλγερία θα μπορούσε να κερδίσει την ανεξαρτησία της. Ή ότι μια ομάδα με κουρελόρουχα σε μια τρύπια βάρκα θα μπορούσε να προκαλέσει επανάσταση στην Κούβα. Αλλά οι ρεαλιστές δεν είναι τόσο ρεαλιστές. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, όσοι αγωνίζονται μπορούν να φτιάξουν τον δικό τους ρεαλισμό. Όσοι δεν το κάνουν, δεν θα καταφέρουν ποτέ τίποτα. Στην πραγματικότητα, όσοι ζήτησαν κατάπαυση του πυρός, διαπραγματεύσεις και "ειρήνη" στην Αλγερία και το Βιετνάμ δεν πέτυχαν τίποτα.

B. Ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός και η Ουκρανία

Οι συγγραφείς του άρθρου αποδίδουν κεντρική σημασία στην ανάλυσή τους για τον πόλεμο ως ενδοϊμπεριαλιστικό, στον οποίο η Ουκρανία είναι απλώς ένας αντιπρόσωπος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Αυτό φαίνεται να δικαιολογείται, πρώτον, επειδή εντάσσεται στην αντιπαράθεση μεταξύ των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ από τη μια πλευρά και της Ρωσίας και της Κίνας από την άλλη. Και, συγκεκριμένα, στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά. Δεύτερον, από το γεγονός ότι η Ουκρανία λαμβάνει, κυρίως από χώρες του ΝΑΤΟ, μέρος των όπλων που χρειάζεται για να αμυνθεί.

Η αντιπαράθεση μεταξύ της καθιερωμένης ηγεμονικής παγκόσμιας δύναμης, των Ηνωμένων Πολιτειών, και της υποτιθέμενης διαδόχου της, της Κίνας, αποτελεί κεντρικό γεγονός της διεθνούς πολιτικής και οικονομίας. Η Ρωσία δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία, αλλά είναι αρκετά μεγάλη για να περιπλέξει τα πράγματα. Πού εντάσσεται λοιπόν η Ουκρανία; Όπως είπαμε παραπάνω, η Ουκρανία έχει επιλέξει να ευθυγραμμιστεί με τη Δύση. Θα πρέπει να τονίσουμε το “επέλεξε”. Πρώτον, επειδή είναι γεγονός. Δεύτερον, επειδή η επιμονή στο ότι η Ουκρανία και οι Ουκρανοί χειραγωγούνται κατά κάποιο τρόπο από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ λέει δύο πράγματα για όσους το λένε αυτό. Το ένα είναι η ανικανότητά τους να ξεφύγουν από τη νοοτροπία ότι για ό,τι κακό συμβαίνει στον κόσμο ευθύνονται οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Αυτό είναι ένα εντελώς ανεπαρκές πλαίσιο για την κατανόηση του σημερινού κόσμου, όπου υπάρχουν τρεις κύριοι ιμπεριαλισμοί (ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία) και μια σειρά από δευτερεύοντες ιμπεριαλισμοί (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιαπωνία ... ) που μπορεί να είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ, αλλά έχουν επίσης τα δικά τους συγκεκριμένα συμφέροντα να υπερασπιστούν. Στη συνέχεια, υπάρχει και μια σειρά από άλλους που δρουν με κάποια αυτονομία: Ινδία, Ιράν, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, Βραζιλία, μεταξύ άλλων. Το δεύτερο πράγμα που μας λέει είναι ότι, γι' αυτούς, όχι μόνο τα δικαιώματα των μικρών ή και όχι τόσο μικρών εθνών θεωρούνται αναλώσιμα, αλλά και ότι, άρα, αυτά θεωρούνται πως δεν έχουν δική τους βούληση, δεν έχουν την ικανότητα να ενεργούν προς το συμφέρον τους. Απλά πιόνια στη σκακιέρα.

Αυτό γίνεται σαφές από τον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς αντιμετωπίζουν τη διεθνή κατάσταση. Σε ένα σημείο γράφουν ότι “έχει εμφανιστεί μια αυξανόμενη επιθετικότητα στον αγώνα για ηγεμονία, η οποία σχετίζεται με τις οξυμένες εσωτερικές και εξωτερικές αντιφάσεις της άνισης καπιταλιστικής ανάπτυξης”. Αυτό θα ήταν ένα καλό σημείο εκκίνησης, αλλά πέφτουν συστηματικά στην καρικατούρα των επιθετικών ΗΠΑ και των συμμάχων τους, η οποία οδηγεί, έμμεσα ή άμεσα, στην ιδέα ότι η Ρωσία και η Κίνα βρίσκονται σε άμυνα. Αυτό αναμειγνύεται με την τελευταία λέξη της μόδας, την πολυπολικότητα. Τώρα, υπάρχει ένας δυνητικά θετικός τρόπος ορισμού αυτής της λέξης. Θα μπορούσε να σημαίνει το δικαίωμα κάθε έθνους να αποφασίζει το μέλλον του και να αυτοδιοικείται. Αλλά αυτό δεν είναι αυτό που σημαίνει στις προθέσεις και τις πράξεις των μεγάλων και λιγότερο μεγάλων δυνάμεων που την υποστηρίζουν. Αυτό που σημαίνει γι' αυτούς είναι το δικαίωμα κάθε χώρας να κάνει ό,τι θέλει, με τους δικούς της ανθρώπους και στο μέτρο του δυνατού με τις ασθενέστερες χώρες του περιβάλλοντός της. Τα ισχυρά έθνη σπάνια, αν ποτέ, παραδέχονται ότι κυριαρχούν σε άλλα έθνη απλώς και μόνο επειδή μπορούν και επειδή αυτό εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα. Χρησιμοποιούν ιδεολογικές δικαιολογίες. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες όλα γίνονται για την υπεράσπιση της "δημοκρατίας" και μιας "διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες". Οποιοσδήποτε αριστερός θα σας το πει αυτό. Όμως, πολλοί αριστεροί είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί στο να αναλύσουν τις εντελώς αντιδραστικές αντιλήψεις για τον ρωσικό κόσμο, για τη Ρωσία ως μοναδικό πολιτισμό. Ή την αξίωση της Κίνας να ηγηθεί του Παγκόσμιου Νότου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως ηγεμονική παγκόσμια δύναμη, είναι υποχρεωμένες να παρεμβαίνουν σε πολλά μέρη για να υπερασπιστούν ή να προωθήσουν τη δική τους θέση. Επομένως, είναι δύσκολο να οριστεί μια δική τους σφαίρα επιρροής. Κατά μία έννοια, όλος ο κόσμος είναι η σφαίρα επιρροής τους. Αυτό είναι ταυτόχρονα έκφραση της δύναμής τους, αλλά και κατάρα. Το ίδιο ίσχυε και για τη Βρετανία κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ηγεμονίας της. Είναι ωστόσο σαφές ότι για περισσότερα από δέκα χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να στρέψουν την αμέριστη προσοχή τους στην Κίνα και την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Η εμπλοκή σε έναν πόλεμο στην Ευρώπη δεν ήταν σε καμία περίπτωση προγραμματισμένη και δεν ανταποκρινόταν στις προτεραιότητες των ΗΠΑ.

1. Η Ρωσία και το ΝΑΤΟ

Ας δούμε τη Ρωσία, της οποίας ο στόχος στον πόλεμο ορίζεται ως “η υπεράσπιση της απειλούμενης γεωπολιτικής της θέσης”. Αυτό είναι αλήθεια και είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο εισέβαλε στην Ουκρανία. Πίσω από τον όρο "γεωπολιτική θέση" κρύβεται η αντίληψη μιας σφαίρας επιρροής που καλύπτει την επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης / Τσαρικής Αυτοκρατορίας, καθώς επίσης, στο μέτρο του δυνατού, και τους πρώην δορυφόρους της στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Αυτή η γεωπολιτική θέση απειλείται. Από ποιον; Η απάντηση των συγγραφέων είναι: από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Είναι αλήθεια με τη στενή έννοια ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε η ΕΕ μπορούν να αποδεχθούν το δικαίωμα της Ρωσίας να κυριαρχεί στην Ανατολική Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, ούτε οι ΗΠΑ ούτε το ΝΑΤΟ ούτε η ΕΕ έχουν την παραμικρή πρόθεση να εισβάλουν στη Ρωσία. Αλλά η πραγματική απειλή για τη Ρωσία είναι η αντίσταση των ανθρώπων που ζουν στις χώρες που θεωρεί μέρος της σφαίρας επιρροής της.

Καθώς η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε, οι μη ρωσικές δημοκρατίες ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους και οι χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ μετέτρεψαν την de jure ανεξαρτησία τους σε de facto ανεξαρτησία. Εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ και, στις περισσότερες περιπτώσεις, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι χώρες της Βαλτικής ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο.

Όταν μια ορισμένη αριστερά μιλάει για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, η ανάλυσή της σχετικά με το γιατί οι χώρες αυτές εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ περιορίζεται συνήθως στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον. Αυτή είναι η μια πτυχή, και μάλιστα σημαντική. Γιατί αν η Ουάσιγκτον εναντιωνόταν, οι χώρες αυτές δεν θα είχαν ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ. Αλλά ήταν ευνοϊκή για την ένταξή τους, επειδή αυτή ενίσχυε και επέκτεινε την επιρροή των ίδιων των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Ωστόσο, η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν επιβλήθηκε σε αυτές τις χώρες. Αντιθέτως, έκαναν εκστρατεία και άσκησαν πιέσεις για να γίνουν δεκτές. Όχι μόνο οι νέες ηγετικές ομάδες, αλλά και οι πληθυσμοί ήταν υπέρ. Διότι είχαν δικαιολογημένο φόβο για τη Ρωσία. Η Ουκρανία έδωσε ένα παραστατικό παράδειγμα για το τι μπορεί να συμβεί σε μια χώρα που δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Επίσης, επειδή η Δύση αντιπροσώπευε όχι μόνο τη δημοκρατία, αλλά και τις εύπορες καταναλωτικές κοινωνίες στις οποίες προσδοκούσαν. Φυσικά, όπως αποδείχθηκε, ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός.

Σήμερα, το ΝΑΤΟ είναι ισχυρότερο και πιο εστιασμένο από ό,τι ήταν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Δεν ήταν επίσης ποτέ τόσο δημοφιλές. Αν θέλετε να πείσετε τους ανθρώπους ότι το μέλλον δεν βρίσκεται σε μια στρατιωτική συμμαχία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, πρέπει να τους παρέχετε μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση.

Οι άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες δεν ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο, καθώς οι περισσότερες αποτελούν μέρος μιας χαλαρής Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών και ορισμένες του CSTO (“Οργανισμός Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας”), ένα είδος ΝΑΤΟ των φτωχών. Οι περισσότερες από τις δημοκρατίες αναγνώρισαν τη ρωσική κυριαρχία, αλλά ο πραγματικός βαθμός της ρωσικής επιρροής διέφερε. Επί του παρόντος, είναι σαφές ότι ένα αποτέλεσμα του πολέμου στην Ουκρανία ήταν η αποδυνάμωση αυτής της επιρροής. Αυτό ωφελεί όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Κίνα και την Τουρκία. Η στροφή προς αυτές τις τρεις χώρες (διατηρώντας παράλληλα φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία) αποτελεί πλέον μέρος της πολιτικής του Καζακστάν, όπως αυτή ορίστηκε το 2022, μαζί και με τις σημαντικές αυξήσεις στους προϋπολογισμούς του για την άμυνα και την ασφάλεια. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την εγγύτητά του με τη Ρωσία, το Καζακστάν αρνείται να υποστηρίξει τον επιθετικό της πόλεμο στην Ουκρανία. Επίσης, έχει αρνηθεί από την αρχή να αναγνωρίσει την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Από αυτή την άποψη, κρατάει μια στάση με αρχές, περισσότερο από τμήματα της δυτικής αριστεράς. Έστω και αν αναμφίβολα η στάση της αυτή έχει και ένα πρακτικό σκεπτικό: Το Καζακστάν έχει μια ρωσόφωνη μειονότητα, συγκεντρωμένη στο βόρειο τμήμα της χώρας. Έχει συμφέρον να μην αποδεχθεί το δικαίωμα της Ρωσίας να επεμβαίνει όπου υπάρχουν ρωσόφωνοι. Αυτό το καλοκαίρι, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μπλίνκεν έκανε περιοδεία στις πέντε δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας. Η Αρμενία, παραδοσιακά κοντά στη Μόσχα, στέλνει τώρα ανθρωπιστική βοήθεια στην Ουκρανία και διεξάγει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τις ΗΠΑ. Αυτό δεν είναι, φυσικά, άσχετο με την απροθυμία/ανικανότητα της Ρωσίας να σεβαστεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του CSTO για να υπερασπιστεί την Αρμενία και τον θύλακα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ από την επιθετικότητα του Αζερμπαϊτζάν (βλέπε και τη δήλωση του Ρωσικού Σοσιαλιστικού Κινήματος: Σχετικά με την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν κατά του Ναγκόρνο-Καραμπάχ/Αρτσάχ).

2. Μαϊντάν και αντι-Μαϊντάν

Λόγω του μεγέθους και της γεωγραφικής της θέσης, καθώς και της ιστορίας της, η Ουκρανία είναι κεντρική για κάθε σχέδιο ανασυγκρότησης μιας ρωσικής αυτοκρατορίας. Η Ρωσία δεν αποδέχθηκε ποτέ την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Το μακροσκελές ιστορικό κείμενο του Πούτιν το 2021, στο οποίο εξηγεί ότι Ουκρανοί και Ρώσοι ήταν ο ίδιος λαός, μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της ιδεολογικής προετοιμασίας για τον επερχόμενο πόλεμο. Αλλά είναι επίσης πολύ πιθανό να είναι αυτό που σκέφτεται ο ίδιος καθώς και μια άποψη που τη συμμερίζονται ευρέως στη Ρωσία. Μέχρι το 2014, ο Πούτιν πίστευε ότι μπορούσε να κάνει την Ουκρανία να υποταχθεί ασκώντας πολιτική και οικονομική πίεση στις κυβερνήσεις της. Αυτό υποστηριζόταν από ένα δίκτυο πρακτόρων στον κρατικό μηχανισμό, ιδίως στην αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις. Η έκταση αυτού του δικτύου, συμπεριλαμβανομένων στρατηγών και πολιτικών που ήταν στο τσεπάκι του Πούτιν, αποκαλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό το 2014. Αλλά το οποίο επίσης εξακολουθούσε να είναι εν μέρει λειτουργικό το 2022.

Το Μαϊντάν ήταν η σπίθα που έπεισε τον Πούτιν ότι ήρθε η ώρα να καταφύγει στη βία. Ακόμη και πριν από τη νίκη του Μαϊντάν και τη φυγή του Βίκτορ Γιανουκόβιτς, είχαν ξεκινήσει οι προετοιμασίες για την προσάρτηση της Κριμαίας και για μια διαδικασία σταδιακής προσάρτησης οκτώ περιφερειών στο νότιο και στο ανατολικό τμήμα της Ουκρανίας, που ονομάζονται συλλογικά Νοβοροσία. Το σχέδιο προέβλεπε να περάσει σε μια φάση ανακήρυξης “λαϊκών δημοκρατιών”, οι οποίες αργότερα θα ζητούσαν να ενταχθούν στη Ρωσία. Αυτό εν μέρει πέτυχε μόνο στο Ντονμπάς.

Υπάρχουν πολλοί μύθοι και μισές αλήθειες σχετικά με το τι συνέβη στο Ντονμπάς, και ευρύτερα στο νότιο και ανατολικό τμήμα της Ουκρανίας, το 2014. Τα περισσότερα στοιχεία που θα παρατεθούν εδώ προέρχονται από μια δημοσκόπηση που διεξήγαγε το Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας του Κιέβου (KIIS) τον Απρίλιο του 2014. Έχει αναφερθεί συχνά, όχι μόνο επειδή προέρχεται από αξιόπιστη πηγή, αλλά και για το πότε έγινε. Δίνει μια φωτογραφία της γνώμης στο νότο και τα ανατολικά στο σημείο όπου φιλορωσικές πολιτοφυλακές κατέλαβαν δημαρχεία σε όλο το Ντονμπάς -και προσπαθούσαν να κάνουν το ίδιο και αλλού. Αυτό που προκύπτει είναι ότι, σε μια σημαντική ερώτηση, σχετικά με την προτίμηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση ή την Ευρασιατική Τελωνειακή Ένωση, η τελευταία ήταν σαφώς η πλειοψηφία, συνολικά και σε πέντε από τις οκτώ περιφέρειες, με τρεις να προτιμούν την ΕΕ. Σε μια ερώτηση που δεν τέθηκε από την έρευνα του KIIS, αλλά για την οποία υπάρχουν πολλά στοιχεία, περισσότεροι άνθρωποι στο νότο και τα ανατολικά ήταν κατά του Μαϊντάν παρά υπέρ του Μαϊντάν. Αλλά περισσότεροι δεν σημαίνει όλοι. Στο Χάρκοβο, στη μεγαλύτερη διαδήλωση υπέρ του Μαϊντάν ήταν 30.000, στο Ντνιπροπετρόφσκ 15.000. Ακόμη και στο Ντονέτσκ, στη μεγαλύτερη διαδήλωση υπέρ του Μαϊντάν ήταν 10.000, έναντι 30.000 για τη μεγαλύτερη διαδήλωση κατά του Μαϊντάν.

Σε άλλα ερωτήματα, δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο πανηγυρισμού για το αντι-ουκρανικό, φιλορωσικό λόμπι. Στην ερώτηση "Υποστηρίζετε αυτούς που με όπλα καταλαμβάνουν διοικητικά κτίρια στην περιοχή σας;" (που συνέβαινε την ώρα που γινόταν η δημοσκόπηση), η υποστήριξη ήταν μικρή: λιγότερο από 12% συνολικά, 18% στο Ντονέτσκ, 24% στο Λουχάνσκ, ενώ καμία άλλη περιφέρεια δεν έφτασε σε διψήφιο ποσοστό.

Υπήρξαν διαδηλώσεις κατά του Μαϊντάν, με πραγματική λαϊκή υποστήριξη στο Ντονμπάς. Δεν απαιτούσαν να ενταχθούν στη Ρωσία: διαμαρτύρονταν ενάντια σε ένα κίνημα που βασιζόταν στο κέντρο και τη Δύση και το οποίο θεωρούσαν ότι είχε αναλάβει την εξουσία στο Κίεβο. Είχαν επίσης δικαιολογημένα παράπονα κατά της κεντρικής κυβέρνησης, τα οποία δεν ανάγονταν μόνο το Μαϊντάν. Και, όπως και το κίνημα του Μαϊντάν, επίσης διαμαρτύρονταν και ενάντια στη διαφθορά και τους κλέφτες πολιτικούς.

Πράγμα που μας φέρνει στον Γιανουκόβιτς. Στο ερώτημα αν ο Γιανουκόβιτς ήταν ο νόμιμος πρόεδρος δεν υπήρχε πλειοψηφία πουθενά. Μεταξύ 27 και 31 τοις εκατό στο Ντονμπάς, πολύ λιγότερο αλλού. Είναι δυνατόν να θεωρήσουμε τις διαδηλώσεις κατά του Μαϊντάν ως εμβρυακές λαϊκές εξεγέρσεις. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε πώς θα εξελισσόταν το κίνημα, αλλά διακόπηκε από τη στρατιωτικοποίηση της κατάστασης με μια σειρά από μίνι πραξικοπήματα σε πόλεις και κωμοπόλεις, το ένα μετά το άλλο. Αυτή ήταν η βάση των "λαϊκών δημοκρατιών". Η όλη επιχείρηση διεξήχθη υπό την ηγεσία Ρώσων πρακτόρων, με Ρώσους “εθελοντές”, ρωσικά χρήματα και ρωσικά όπλα. Αυτοί που ακολούθησαν στο Ντονμπάς δεν ήταν η πλειοψηφία. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν υπήρξε πλειοψηφική υποστήριξη για την προσχώρηση στη Ρωσία στο Ντονμπάς, ούτε σε εκλογές, ούτε σε δημοψήφισμα, ούτε σε δημοσκόπηση. Στη δημοσκόπηση του KIIS, ενώ περίπου το 30% ήταν υπέρ της προσχώρησης στη Ρωσία, πάνω από το 50% ήταν κατά.

Δεδομένου του τρόπου κατάληψης του Ντονμπάς και της επακόλουθης επέμβασης του ουκρανικού στρατού, είναι πλήρης διαστρέβλωση να μιλάμε για εμφύλιο πόλεμο (βλ. "Ερωτήσεις για την Ουκρανία" της Daria Saburova). Ακόμα και χωρίς την άμεση επέμβαση του ρωσικού στρατού το 2013-14 και τη συνεχιζόμενη εμπλοκή του στον πόλεμο χαμηλής έντασης από το 2014 ώς το 2022, ήταν σαφώς από την αρχή μια επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Γ. Η Ρωσία και το διεθνές πλαίσιο

Ας δούμε τώρα τη διεθνή διάσταση. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, φαίνεται μια καλή υπόθεση εργασίας να πούμε ότι η περίοδος της παγκοσμιοποίησης που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 έχει τελειώσει. Ιστορικά, το τέλος περιόδων παγκοσμιοποίησης οδηγεί σε αυξημένο ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Κανείς στην αριστερά δεν θα αμφισβητούσε ότι οι ΗΠΑ είναι ιμπεριαλιστικές. Αυτό μπορεί επίσης να ειπωθεί και για τη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και κάποιες μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και για την Ιαπωνία. Για λόγους που σπάνια ή ποτέ δεν διατυπώνονται, υπάρχει μια γενική ιδέα στην αριστερά ότι η χειραφέτηση της Ευρώπης, συγκεκριμένα της ΕΕ, από την ηγεμονία των ΗΠΑ θα ήταν κατά κάποιο τρόπο από μόνη της προοδευτική. Αυτό δεν είναι καθόλου προφανές και θα άξιζε τουλάχιστον μια σοβαρή ανάλυση.

Ο χαρακτηρισμός της Ρωσίας και ιδιαίτερα της Κίνας ως ιμπεριαλιστικών είναι πιο αμφιλεγόμενος. Αλλά ας θυμηθούμε την περιγραφή της Ρωσίας από τον Λένιν το 1916. “Η Ρωσία είχε ήδη σε καιρό ειρήνης σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ καταπίεσης των εθνών στη βάση ενός ιμπεριαλισμού πολύ πιο ακατέργαστου, μεσαιωνικού, οικονομικά καθυστερημένου, στρατιωτικού και γραφειοκρατικού” (βλέπε: “Σύνοψη της συζήτησης για την αυτοδιάθεση”, Συλλεγμένα έργα, τόμος 22). Αλλού μιλούσε απλώς για τον ρωσικό στρατιωτικό-φεουδαρχικό ιμπεριαλισμό. Σε αυτά δεν έκανε πολλές αναφορές σε χρηματιστικό κεφάλαιο, σε μονοπώλια ή σε εξαγωγή κεφαλαίων. Το θέμα είναι ότι ο Λένιν δεν θεωρούσε απαραίτητο μια χώρα να τσεκάρει όλα τα κουτάκια για να είναι ιμπεριαλιστική. Στην περίπτωση της Ρωσίας, τα αποικιοκρατικά και στρατιωτικά κριτήρια φαίνεται να του αρκούσαν. Παράλληλα, η ρωσική οικονομία κυριαρχείτο σε μεγάλο βαθμό από το γαλλικό, το γερμανικό και το βρετανικό κεφάλαιο (με αυτή τη σειρά).

Ο αυξημένος ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων και λιγότερο μεγάλων δυνάμεων λαμβάνει χώρα σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Αυτό είναι χαρακτηριστικό του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού. Είναι στη φύση τους. Είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει κάποια στιγμή σε πόλεμο. Όπως είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο πόλεμος είναι τόσο λογική συνέπεια του καπιταλισμού όσο και η ένοπλη ειρήνη ("Ειρηνιστικές Ουτοπίες", 1911).

Η αντιπαράθεση μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, η οποία άρχισε πραγματικά να οξύνεται μετά το 2008, ήταν σχετικά ειρηνική και οικονομική, αλλά όχι εντελώς. Η Κίνα ακολούθησε μια επιθετική πολιτική στη λεγόμενη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, κατασκευάζοντας σε μεγάλο βαθμό τεχνητά και άκρως στρατιωτικοποιημένα νησιά σε διεθνή ύδατα και καταπατώντας τα χωρικά ύδατα του Βιετνάμ και των Φιλιππίνων. Φυσικά, οι ΗΠΑ δεν παρέλειψαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Έχουν αποκτήσει αρκετές βάσεις στις Φιλιππίνες και έχουν ενισχύσει τους διπλωματικούς δεσμούς με το Βιετνάμ, όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη, καλά προβεβλημένη επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν στο Ανόι. Φυσικά, είναι δυνατόν να τα δει κανείς όλα αυτά ως αμερικανικής έμπνευσης προκλήσεις εναντίον της Κίνας. Αλλά θα ήταν αντιστροφή της κατάστασης. Είναι η Κίνα που εξαπέλυσε προκλήσεις εναντίον του Βιετνάμ και των Φιλιππίνων, και είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες που το εκμεταλλεύονται. Αλλά πέρα από τέτοιες λεπτομέρειες, κατά βάση, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αποφασισμένες να διατηρήσουν την ηγεμονία τους στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, ενώ η Κίνα είναι αποφασισμένη να εδραιώσει την ηγεμονία της. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Αυτό θα οδηγήσει σε εντάσεις και συγκρούσεις στη Νότια και Ανατολική Κινεζική Θάλασσα, τόσο για την Ταϊβάν όσο και στον ανταγωνισμό για την άσκηση επιρροής στα έθνη του Ειρηνικού.

Μια σοβαρή προσέγγιση της διεθνούς κατάστασης θα απαιτούσε να εγκαταλείψουμε το κουρασμένο παλιό ρεφρέν της συνεχούς καταγγελίας του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και των συμμάχων του, ιδίως του ΝΑΤΟ, με την παράλληλη συνεχή αναζήτηση δικαιολογιών για τη Ρωσία και την Κίνα. Αυτό φαίνεται να ξεπερνάει ένα μέρος της ευρωπαϊκής και βορειοαμερικανικής αριστεράς. Αλλά δεν ξεπερνάει το Ιαπωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα (JCP) (βλέπε Kimitoshi Morihara (Ιαπωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα): "Ο Ινδο-Ειρηνικός πρέπει να είναι μια περιοχή διαλόγου και συνεργασίας, όχι αντιπαλότητας"). Το JCP αντιτίθεται σθεναρά στη στρατιωτικοποίηση της Ιαπωνίας και στην ενσωμάτωσή της στο αντι-κινεζικό σύστημα συμμαχιών που θέτει σε εφαρμογή η Ουάσιγκτον. Αλλά ασκεί επίσης σαφή κριτική σε αυτό που αποκαλεί κινεζικό ηγεμονισμό και σοβινισμό των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτό καλύπτει, μεταξύ άλλων, την κριτική στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Σιντζιάνγκ και στο Χονγκ Κονγκ και την υπεράσπιση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης της Ταϊβάν (και προφανώς την αντίθεση στη χρήση βίας από την Κίνα). Όσον αφορά τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, το JCP καταγγέλλει την επιθετικότητα της Ρωσίας και απαιτεί την άμεση και άνευ όρων αποχώρηση των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Όταν οι άνθρωποι της καμπιστικής αριστεράς μιλούν για τη Ρωσία, ο τρόπος που το κάνουν λέει πολλά για τους ίδιους. Η Ρωσία απειλείται από τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Η αντίδρασή της, με την εισβολή στην Ουκρανία, δεν μπορεί ίσως να υποστηριχτεί, αλλά το σφάλμα στην πραγματικότητα ανήκει στις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ. Πρέπει να κατανοήσουμε τη Ρωσία και να κάνουμε μια ειρήνη που θα λαμβάνει υπόψη τις νόμιμες ανησυχίες της. Και ούτω καθεξής.

1. Φύση της Ρωσίας

Τι είναι όμως η Ρωσία; Αυτό είναι το ερώτημα που δεν θέτουν. Κατ' αρχήν μια ομοσπονδιακή δημοκρατία, αλλά στην πραγματικότητα τα (ουσιαστικά) απομεινάρια μιας αυτοκρατορίας. Από τις έξι αυτοκρατορίες που πήγαν στον πόλεμο το 1914 (Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία, Αυστροουγγαρία, Τουρκία), είναι η μόνη που έχει απομείνει. Η Ρωσία δεν είναι ένα έθνος-κράτος αλλά μια αυτοκρατορία. Οι συντάκτες του άρθρου μιλούν για το ΝΑΤΟ που “αποκλείει τη Ρωσία από την Ευρώπη”. Αλλά δεν υπάρχει καμία ανάγκη να γίνει αυτό. Η Ρωσία απέκλεισε τον εαυτό της από την Ευρώπη όταν διέσχισε τα Ουράλια και επί τρεις αιώνες κατέκτησε το δρόμο της ανατολικά προς τον Ειρηνικό και νότια προς την Κεντρική Ασία. Ή για να είμαστε ακριβείς, απέκλεισε τον εαυτό της από ένα αμιγώς ευρωπαϊκό κράτος και έγινε μια ευρασιατική αυτοκρατορία. Πράγματι, ακόμη και πριν επιχειρήσει να εισέλθει στην Ασία ήταν ήδη μια αυτοκρατορία, με πολλές συνέπειες που δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ. Αλλά το να επαναλαμβάνουμε το “η Ρωσία είναι μέρος της Ευρώπης” δεν θα μας οδηγήσει πουθενά.

Πολιτικά, τι είναι η Ρωσία; Επίσημα μια δημοκρατία, αλλά αυτό είναι ένα αστείο, όπως έδειξαν οι πρόσφατες περιφερειακές εκλογές. Είναι, τουλάχιστον, το πιο καταπιεστικό στο εσωτερικό και επιθετικό στο εξωτερικό του κράτος που παρεμβαίνει στην Ευρώπη. Στις συζητήσεις μεταξύ των Ρώσων αντιπολιτευόμενων και όσων παρακολουθούν στενά τα γεγονότα στη Ρωσία, το ζήτημα του φασισμού είναι κεντρικό. Ας δούμε τα κύρια χαρακτηριστικά της Ρωσίας. Έχουμε τον μεγάλο ηγέτη: η λατρεία του Πούτιν είναι μέτρια σε σύγκριση με τη δυναστεία των Κιμ στη Βόρεια Κορέα ή ακόμη και με τον Σι Τζινπίνγκ στην Κίνα, αλλά είναι μεγαλύτερη από ό,τι για οποιονδήποτε Ρώσο ηγέτη μετά τον Στάλιν. Παρά τα προσχήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το καθεστώς δεν υπόκειται σε κανέναν δημοκρατικό έλεγχο. Τα πιο βασικά δημοκρατικά δικαιώματα (της έκφρασης, της συνάθροισης, των διαδηλώσεων) καταστέλλονται. Δεν υπάρχει ελεύθερος τύπος, ούτε ελεύθερα συνδικάτα. Το κοινωνικό και ιδεολογικό κλίμα είναι πατριαρχικό, μισογυνικό, ομοφοβικό. Και πάνω απ' όλα εμποτισμένο με τον μεγαλορωσικό σοβινισμό, ο οποίος διδάσκεται πλέον στα σχολεία και εφαρμόζεται στην Ουκρανία. Υπάρχει συνεχής συζήτηση για το πώς θα ορίσουμε τη Ρωσία: φασιστική (ο ιστορικός Timothy Snyder, ο Ρώσος σοσιαλιστής και συγγραφέας Ilya Budraitskis), νεοφασιστική (ο Σλοβένος φιλόσοφος Slavoj Zizek), παραφασιστική, μεταφασιστική, φασιστοειδής. Είναι σαφές ότι ο ρωσικός φασισμός δεν ταυτίζεται με τον "κλασικό" φασισμό των δεκαετιών του 1920 και του ‘30, αλλά αυτό δεν εξαντλεί το ζήτημα.

Είναι η Ρωσία ιμπεριαλιστική; Ο Λένιν το πίστευε και γνώριζε καλά το βαθμό στον οποίο το ξένο κεφάλαιο ήλεγχε την οικονομία της. Αυτό έχει αλλάξει τώρα: σήμερα υπάρχει ένα αυτόνομο εθνικό ρωσικό κεφάλαιο. Ένα μείγμα κρατικού και ιδιωτικού κεφαλαίου, με μεγάλη βαρύτητα στον πρωτογενή τομέα -πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ορυκτά... (βλέπε Michael Pröbsting, "Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός και τα μονοπώλιά του"). Αλλά το γεγονός ότι η Ρωσία έχει οικονομικά συμφέροντα να υπερασπιστεί δεν σημαίνει ότι αυτό ήταν το κίνητρο για τον πόλεμο. Υπάρχει μια αυτονομία της πολιτικής (ή γεωπολιτικής) διάστασης. Η Ουκρανία είναι το κλειδί για κάθε ρωσικό αυτοκρατορικό σχέδιο, ακόμη και με σημαντικό κόστος για την οικονομία της βραχυπρόθεσμα.

Επαναλαμβάνουμε: για να κατανοήσουμε τον κόσμο σήμερα, είναι απαραίτητο να ξεφύγουμε από την ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους είναι αυτοί που ξεκινούν τα πάντα. Υπάρχουν οξυνόμενες ενδοϊμπεριαλιστικές και αντικαπιταλιστικές αντιφάσεις. Αυτό δημιουργεί πάλη για την εξουσία και τη δημιουργία ή την ενίσχυση μπλοκ. Οι κύριοι παίκτες είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ρωσία. Υπάρχουν όμως και άλλοι, αυτόνομοι δρώντες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Όσον αφορά τα μπλοκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται μπροστά: Το ΝΑΤΟ, η Quad, η AUKUS, κ.λπ. Οι χώρες που υποστηρίζουν τη Ρωσία (που δεν δηλώνουν ουδετερότητα) είναι ένα θλιβερό σύνολο -Λευκορωσία, Βόρεια Κορέα, Ερυθραία, Ιράν, Συρία, Νικαράγουα... Μεγάλο μέρος της οργανωμένης υποστήριξης προς τη Ρωσία στην Ευρώπη προέρχεται από ακροδεξιά κόμματα, αν και ορισμένα έχουν γίνει πιο διακριτικά από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος. Όσο για την Κίνα, έχει πολύ λίγους συμμάχους στο εγγύς περιβάλλον της -την Καμπότζη και τη χούντα της Μιανμάρ. Το γεγονός είναι ότι πολλοί από τους γείτονες της Κίνας είναι περισσότερο σύμμαχοι με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ακριβώς επειδή είναι γείτονες της Κίνας.

2. Στρατόπεδα στην παγκόσμια πολιτική

Αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα με όρους στρατοπέδων, είναι σαφές ότι υπάρχει ένα δυτικό στρατόπεδο, με την ευρύτερη έννοια. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου υπήρχε σίγουρα ένα σοβιετικό στρατόπεδο. Είναι πολύ λιγότερο σαφές αν σήμερα υπάρχει ένα ρωσικό ή ένα κινεζικό στρατόπεδο. Είναι σε αυτό το σημείο που αρχίζουμε να ακούμε τη μουσική για BRICS και για Παγκόσμιο Νότο, για τον οποίο μερικές φορές γίνεται λόγος σαν να πρόκειται για ένα πραγματικό ή δυνητικό αντιδυτικό στρατόπεδο. Ποιοι απαρτίζουν αυτό το στρατόπεδο; Μερικές φορές όλοι εκτός από την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και τη Βορειοανατολική Ασία. Ποια είναι τα κριτήρια; Στη δεκαετία του 1950 υπήρχε το Κίνημα των Αδεσμεύτων, το οποίο ήταν ακριβώς αυτό, δεν ήταν προσκολλημένο σε κανένα μπλοκ και υποστήριζε τα κινήματα εθνικής απελευθέρωσης.

Τι ενώνει τις BRICS ή τον Παγκόσμιο Νότο; Με την πολύ ευρεία έννοια, η αναζήτηση τρόπων για την εξεύρεση μιας εναλλακτικής απέναντι στον δυτικό κόσμο που βασίζεται σε "κανόνες". Αλλά αυτό είναι πολύ αόριστο. Το κείμενο γράφει για “την προσπάθεια πολλών κρατών του κόσμου να κινηθούν προς μια πολυπολική μη αυτοκρατορική τάξη κοινής ασφάλειας”. Πρώτον, φαίνεται ότι η οικονομική αυτονομία είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντική από την κοινή ασφάλεια. Δεύτερον, είναι περισσότερο από προφανές ότι η Ρωσία και η Κίνα επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τις BRICS και την έννοια του Παγκόσμιου Νότου ως μοχλό πίεσης κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ιδέα της Κίνας ως ηγέτη του Παγκόσμιου Νότου μπορεί να φαίνεται ευφάνταστη. Η Κίνα είναι στην πραγματικότητα ένας από τους κύριους εκμεταλλευτές του Παγκόσμιου Νότου, κυρίως μέσω του άνισου εμπορίου και του χρέους. Αλλά έχει έναν πολύ σαφή στόχο από την άποψη αυτή (βλ. "Κίνα, ηγέτης του Παγκόσμιου Νότου;"). Η Ρωσία εκμεταλλεύεται επίσης τον Παγκόσμιο Νότο, αλλά με λιγότερη οικονομική ισχύ. Δεν είναι τυχαίο ότι η διείσδυσή της στην Αφρική πραγματοποιήθηκε από την ομάδα Βάγκνερ, με τις χαρακτηριστικές τραμπούκικες μεθόδους της. Από τον ορισμό του Λένιν το 1916 για τον ρωσικό ιμπεριαλισμό, μπορούμε να κρατήσουμε τουλάχιστον τα χαρακτηριστικά του ωμού, του στρατιωτικού και του γραφειοκρατικού.

Πέρα από αυτό, ο Παγκόσμιος Νότος είναι εξαιρετικά ετερογενής. Πάντα ήταν, την εποχή που ήταν γνωστός ως Τρίτος Κόσμος, αλλά αυτό είναι πολύ πιο έντονο σήμερα. Δίπλα στις κλασικά εξαρτημένες χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας, υπάρχει η Ινδία, η οποία φιλοδοξεί να ενταχθεί στη λέσχη των “μεγάλων αγοριών” και είναι μια κατηγορία από μόνη της. Υπάρχουν οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, ιδίως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Χώρες όπως η Βραζιλία, η Νότια Αφρική, το Μεξικό, η Τουρκία και το Ιράν είναι αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ενδιάμεσες δυνάμεις. Είναι πιο ενδιαφέρον να αναλύσουμε την πραγματικότητα του Παγκόσμιου Νότου από το να διατυπώνουμε ευρείες γενικότητες. Ακριβώς όπως είναι πιο γόνιμο να αναλύσουμε τη Ρωσία και την Κίνα από το να τις ορίσουμε ουσιαστικά από την αντίθεσή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, το μάλλον τετριμμένο σχήμα της φθίνουσας ηγεμονίας των ΗΠΑ και της ανόδου της Κίνας πρέπει να εξεταστεί κριτικά. Μπορεί κάλλιστα οι Ηνωμένες Πολιτείες να μην παρακμάζουν τόσο γρήγορα όσο συχνά λέγεται και η Κίνα να μην πρόκειται να τις ξεπεράσει στο εγγύς μέλλον, ή ίσως ποτέ. Αν εξετάσουμε τα μέλη των BRICS και γενικά τον Παγκόσμιο Νότο, θα δούμε ότι ο βαθμός εμπλοκής τους με την υπό δυτική ηγεσία οικονομική τάξη είναι συχνά σημαντικός. Αυτό δεν ισχύει πουθενά περισσότερο από ό,τι στην Ινδία.

Ας κοιτάξουμε την προτελευταία ενότητα του κειμένου. “Η ειρήνη ... απαιτεί, πάνω απ' όλα, μια πολιτική κοινής ασφάλειας ως βάση της. Αυτό είναι το αντίθετο της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, η οποία αργά ή γρήγορα οδηγεί σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους". Αυτή είναι μια αξιοσημείωτη δήλωση. Μια πολιτική μπορεί να υιοθετηθεί και στη συνέχεια να απορριφθεί υπέρ κάποιας άλλης. Αλλά ο ιμπεριαλισμός δεν είναι πολιτική: πριν από εκατό χρόνια ο Λένιν έκανε πολεμική εναντίον του Καρλ Κάουτσκι, που πίστευε ότι ήταν μια πολιτική. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα στάδιο του καπιταλισμού και οδηγεί σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Οι οποίοι δεν είναι μόνο πόλεμοι μεταξύ ιμπεριαλιστικών κρατών, κάτι που δεν έχουμε δει από το 1945, αλλά πόλεμοι από τα ιμπεριαλιστικά κράτη (και μάλιστα και άλλα κράτη) για να υπερασπιστούν ή να επεκτείνουν τη δική τους οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ. Έχουν γίνει πολλοί τέτοιοι πόλεμοι -η Ουκρανία είναι ο πιο πρόσφατος.

Πρέπει να είναι σαφές σε όλους ότι οι ΗΠΑ ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από σχεδόν όλους τους πολέμους στο κατώφλι της ΕΕ από το 1991”,, αναφέρει το κείμενο. Κατ' αρχάς, εξαρτάται από το πώς ορίζεις το κατώφλι. Το Ιράκ και το Αφγανιστάν δεν βρίσκονται ακριβώς στο κατώφλι της ΕΕ. Η Λιβύη θα μπορούσε να οριστεί έτσι, αλλά ο πολεμικός βομβαρδισμός της το 2011 διεξήχθη από τη Βρετανία και τη Γαλλία, ομολογουμένως με την υποστήριξη των ΗΠΑ. Η Τσετσενία βρίσκεται πολύ περισσότερο στο κατώφλι της ΕΕ. Αλλά η κινητήρια δύναμη εκεί δεν ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η Ρωσία. Όπως και στη Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία από το 2014. Ειλικρινά, αυτό το μόνιμο διπλό πρότυπο έχει περάσει την ημερομηνία λήξης του. Στην πραγματικότητα, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, όλοι οι πόλεμοι της Ρωσίας, εκτός από τη Συρία, έγιναν στην Ευρώπη. Οι βαλκανικοί πόλεμοι της δεκαετίας του 1990 δεν οφείλονταν στη Ρωσία και η επιρροή της ήταν οριακή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο, αλλά η κινητήρια δύναμη αυτών των πολέμων προήλθε από τις αντιφάσεις που ενυπήρχαν στη Γιουγκοσλαβία, και ιδίως από τις μετα-γιουγκοσλαβικές φιλοδοξίες της Σερβίας.

Δ. Το ΝΑΤΟ και η Ευρώπη

Ακούμε συνεχώς, και πάλι σε αυτό το κείμενο, σαν να είναι αξιωματικό, ότι τα πράγματα θα ήταν καλύτερα αν η Ευρώπη/η ΕΕ χειραφετηθεί από την κηδεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Δεν υπάρχει τίποτα ωραίο στον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Και γιατί να μιλήσουμε για τους πολέμους από το 1991 και μετά... Γιατί να ξεκινήσουμε από εκεί; Γιατί όχι από το 1945; Θα βρούμε αποικιακούς πολέμους, εγκλήματα πολέμου, σφαγές, που αφορούν τη Γαλλία, τη Βρετανία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και την Πορτογαλία. Όχι πίσω στον δέκατο ένατο αιώνα, αλλά στη ζωντανή μνήμη. Ειδικά η Γαλλία συνέχισε να παρεμβαίνει στην Αφρική μέχρι σήμερα, αν και φαίνεται ότι ο χρόνος της ίσως τελειώνει οριστικά.

Οι χώρες της Ευρώπης δεν έχουν πλέον σημαντικές αποικίες, αν και η Γαλλία (και πάλι) δεν έχει ακόμη αποχωριστεί τη Νέα Καληδονία / Κανακία. Όμως η έντονη εκμετάλλευση των χωρών του Παγκόσμιου Νότου διεξάγεται πλέον ειρηνικά από την ΕΕ και ιδιαίτερα από τον ιμπεριαλιστικό της πυρήνα, ιδίως αλλά όχι μόνο στην Αφρική.

Θα ήταν λοιπόν η Ευρώπη καλύτερα χωρίς τις ΗΠΑ (και χωρίς το ΝΑΤΟ, γιατί το ΝΑΤΟ είναι μια στρατιωτική συμμαχία που καθοδηγείται, πληρώνεται και εξοπλίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ); Ας δούμε για λίγο το ΝΑΤΟ. Όπως είναι γνωστό, δεν έριξε ποτέ ούτε μια βολή καθ' όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Είχε όμως μεγάλες, καλά εξοπλισμένες δυνάμεις και στρατιωτικούς προϋπολογισμούς για να τις πληρώνει. Παρενέβη στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990 και στο Αφγανιστάν από το 2001, αλλά καμία από τις δύο δεν ήταν μεγάλη επιχείρηση σε σύγκριση με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παρά τον αντίθετο λόγο της αριστεράς, το ΝΑΤΟ δεν παρέμεινε μια ιδιαίτερα στρατιωτικοποιημένη συμμαχία μετά το 1991. Στην πραγματικότητα, οι αμυντικοί προϋπολογισμοί μειώθηκαν και οι στρατοί έγιναν μικρότεροι και ανεπαρκώς εξοπλισμένοι. Ακόμη και μετά τα γεγονότα του 2013-14 στην Ουκρανία, υπήρξε πολύ μικρή αλλαγή. Υπήρξε συζήτηση για έναν ευρωπαϊκό στρατό, ιδίως από τη Γαλλία. Η πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ και οι διάφοροι Γάλλοι ομόλογοί της πέρασαν χρόνια προσπαθώντας και αποτυγχάνοντας να κατευνάσουν τον Πούτιν. Σε αυτό το πλαίσιο, η προσφορά που έγινε το 2008 στην Ουκρανία και τη Γεωργία να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως κάτι σαν παρέκκλιση. Η Γαλλία και η Γερμανία ήταν πάντα σταθερά αντίθετες. Όπως και ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα. Η ένταξη της Ουκρανίας και της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ δεν τρόμαξε τον Πούτιν, επειδή γνώριζε ότι ο κίνδυνος ήταν ανύπαρκτος. Η Ουκρανία δεν ήταν πιο κοντά στην ένταξή της στο ΝΑΤΟ στις 24 Φεβρουαρίου 2022 από ό,τι ήταν το 2008.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία άλλαξε τα πάντα. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη από το 1945, μια χώρα εξαπέλυσε πόλεμο πλήρους κλίμακας εναντίον μιας άλλης. Ναι, υπήρξε το 1974 στην Κύπρο και στη συνέχεια οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τη δεκαετία του 1990. Αλλά ο σημερινός πόλεμος είναι πρωτοφανής για την κλίμακά του και για το γεγονός ότι ξεκίνησε από τη Ρωσία, μια μεγάλη πυρηνική δύναμη. Τι γίνεται λοιπόν με τον "πόλεμο δι' αντιπροσώπων" του ΝΑΤΟ; Αν το ΝΑΤΟ είχε σχέδιο να ξεκινήσει έναν πόλεμο δι' αντιπροσώπων, θα είχε αρχίσει να εξοπλίζει την Ουκρανία το 2014, αλλά δεν το έκανε. Το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ αιφνιδιάστηκαν και αντέδρασαν στα γεγονότα. Άρχισαν να εξοπλίζουν σοβαρά την Ουκρανία μόνο όταν αυτή απέδειξε την ικανότητά της να σταματήσει τη Ρωσία πριν εισέλθει στο Κίεβο και την έκανε να εγκαταλείψει το βορρά (βλ. Στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία: Ξαναβρίσκοντας την αρετή του θάρρους).

Έτσι συνέβη. Η Ρωσία αιφνιδιάστηκε από την αντίσταση της Ουκρανίας και ίσως ακόμη περισσότερο από την αντίδραση του ΝΑΤΟ. Οι πόλεμοι αλλάζουν πολλά πράγματα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται πάντα στις προθέσεις αυτών που τους ξεκινούν. Αυτός ο πόλεμος υποτίθεται ότι θα έδειχνε τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας. Αντ' αυτού, αποκάλυψε τις αδυναμίες της. Προοριζόταν να οδηγήσει σε μια Ουκρανία αδύναμη, διαιρεμένη και υποταγμένη στη Ρωσία. Η Ουκρανία δεν ήταν ποτέ τόσο ισχυρά ενωμένη για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της. Το ΝΑΤΟ προοριζόταν να είναι πολύ αδύναμο και διχασμένο για να αντιδράσει. Ποτέ δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό και ενωμένο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και δημοφιλές ή τουλάχιστον αποδεκτό ως αναγκαίο κακό.

Το κείμενο γράφει: "Η Αριστερά ανέκαθεν επέκρινε την επεκτατική και επιθετική πολιτική του ΝΑΤΟ". Πράγματι, το έκανε. Χωρίς πάντα να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στα γεγονότα. Όπως είδαμε, οι στρατιωτικές εμπλοκές του ΝΑΤΟ ήταν περιορισμένες. Ίσως με τον όρο "επεκτατική και επιθετική" οι συντάκτες εννοούν ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ από το 1999 είναι από μόνη της επιθετική; Πολύ πιθανόν. Η περιγραφή αυτή μπορεί να ήταν κατάλληλη για μια περίοδο κατά την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σκέφτονταν ιδιαίτερα το ΝΑΤΟ. Αλλά ο πόλεμος το έχει αλλάξει αυτό. Κατ' αρχάς έδειξε σε μια πρωτοφανή μέχρι τότε κλίμακα τον επιθετικό χαρακτήρα του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Ιδιαίτερα στις χώρες που συνορεύουν ή βρίσκονται κοντά στη Ρωσία το μάθημα είναι ότι αν είσαι στο ΝΑΤΟ, δεν δέχεσαι εισβολή (μέχρι στιγμής, τουλάχιστον), και αν δεν είσαι στο ΝΑΤΟ, κοίτα τι σου συμβαίνει. Αν οι συντάκτες αυτού του εγγράφου νομίζουν ότι μπορούν ακόμα να ξεφύγουν με τον παλιό αντι-ΝΑΤΟ-ικό λόγο (εκκλήσεις για έξοδο από το ΝΑΤΟ, διάλυση του ΝΑΤΟ...), κάνουν βαθύτατο λάθος.

Οι συγγραφείς γράφουν για "τμήματα της σκανδιναβικής αριστεράς, τα οποία βλέπουν όλο και περισσότερο το ΝΑΤΟ ως αμυντική συμμαχία". Θα μπορούσαν επίσης να προσθέσουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων στις χώρες που είναι μέλη του ΝΑΤΟ (και όχι μόνο...) πιστεύει ακριβώς το ίδιο. Αλλά δεν το κάνουν γιατί δεν ταιριάζει στο σχήμα τους. Για άλλη μια φορά, έχει κανείς την πολύ ισχυρή εντύπωση ότι το τι σκέφτονται οι ενδιαφερόμενοι έχει μικρή σημασία σε σχέση με τις γεωπολιτικές "λύσεις", οι οποίες στην πραγματικότητα δεν λύνουν τίποτα. Η σκανδιναβική Πράσινη Αριστερά [Nordic Green Left] έχει αναμφίβολα απόλυτη επίγνωση ότι “το ΝΑΤΟ δεν είναι μια συμμαχία για την υπεράσπιση της δημοκρατίας στην Ευρώπη, αλλά εξυπηρετεί τα ηγεμονικά συμφέροντα των ΗΠΑ”. Αλλά αυτό από μόνο του δεν λύνει τίποτα. Είναι απαραίτητο να βρεθεί μια εναλλακτική λύση που να υπερασπίζεται τις χώρες της Ευρώπης, τους λαούς τους και, ναι, τη δημοκρατία τους. Μια εναλλακτική λύση που να είναι συγκεκριμένη και εφικτή.

1. Δημοκρατία έναντι δικτατορίας;

Ας παρεκκλίνουμε για μια στιγμή. Είναι σαφές ότι η θεμελιώδης σύγκρουση μεταξύ της Κίνας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και άλλων χωρών βασίζεται σε ζητήματα ενδοϊμπεριαλιστικής αντιπαλότητας που περιστρέφονται γύρω από την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ και ενίοτε και εδαφικές διεκδικήσεις. Όχι για τη δημοκρατία έναντι της δικτατορίας. Αν πάρουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να συμμαχήσουν με δικτατορίες, κυρίως στη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή. Έχουν μάλιστα μόλις συνάψει συμφωνίες για ενισχυμένες σχέσεις με το Βιετνάμ, το οποίο δεν είναι δημοκρατία. Παρ' όλα αυτά, όταν εξετάζουμε τους συμμάχους των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και στη Νότια και Ανατολική Ασία, είναι σχεδόν όλες τους δημοκρατίες. Απέναντι σε αυτό υπάρχει μια ζώνη χωρίς δημοκρατία από το Μινσκ μέχρι την Πιονγκγιάνγκ. Θα ήταν αφελές να σκεφτεί κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους δεν θα το εκμεταλλευτούν αυτό -και το κάνουν. Στις εν λόγω χώρες, για παράδειγμα στις χώρες της Βαλτικής στην Ευρώπη και στην Ταϊβάν στην Ασία, οι πληθυσμοί γνωρίζουν ότι μια κατάληψη και κατοχή από τη Ρωσία ή την Κίνα δεν θα σήμαινε μόνο το τέλος της ανεξαρτησίας τους, αλλά και των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων. Αυτό ισχύει και για την Ουκρανία. Και αντίστροφα, αν και τα κίνητρα της Ρωσίας για να συντρίψει την Ουκρανία δεν έχουν ουσιαστικά να κάνουν με τη δημοκρατία της, ωστόσο το γεγονός ότι μια δημοκρατία βρίσκεται σε τέτοια εγγύτητα είναι κάτι περισσότερο από ενοχλητικό. Έτσι, αν και το ζήτημα της δημοκρατίας δεν είναι η βασική αιτία των συγκρούσεων, είναι πολύ πιο απτό για τους ανθρώπους από τις θεωρίες περί ιμπεριαλισμού. Και γίνεται από μόνο του ένας παράγοντας της κατάστασης.

Το κείμενο τάσσεται υπέρ της αποσύνδεσης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ. "Η Αριστερά πρέπει επομένως να απορρίψει σαφώς την υποταγή της πολιτικής ασφάλειας της ΕΕ στις αυτοκρατορικές αξιώσεις υπεροχής των ΗΠΑ". Και παρακάτω: "Η αδυναμία της ΕΕ να διεκδικήσει ανεξάρτητα την πολιτική ασφαλείας της είναι η αιτία της υποταγής της στο ΝΑΤΟ". Όμως, αυτό δεν εξηγεί τίποτα. Ειλικρινά, θα μπορούσαμε εξίσου καλά να πούμε ότι "η υποταγή της ΕΕ στο ΝΑΤΟ είναι η αιτία της αδυναμίας της να διεκδικήσει ανεξάρτητα". Μια τέτοια ρητορεία είναι πολύ συνηθισμένη στην αριστερά. Δεν απέχει επίσης και πολύ από τις επανειλημμένες εκκλήσεις του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν για "στρατηγική αυτονομία" της Ευρώπης. Πράγματι, το κείμενο γράφει ότι "το αίτημα για μια στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης πρέπει να αντιμετωπιστεί σοβαρά από την Αριστερά".

Το ΝΑΤΟ είναι μια στρατιωτική συμμαχία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Γιατί λοιπόν οι ευρωπαϊκές χώρες αποδέχονται αυτή την αμερικανική ηγεσία; Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου έγινε αποδεκτή επειδή υπήρχε ένας κοινός εχθρός και οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μακράν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη. Τι συνέβη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου; Η σχετικά περιορισμένη αλλά ωστόσο αποφασιστική παρέμβαση του ΝΑΤΟ στους βαλκανικούς πολέμους υπογράμμισε ένα πράγμα. Η Ευρώπη ήταν ανίκανη να τερματίσει αυτούς τους πολέμους. Χρειαζόταν το ΝΑΤΟ, άρα και τις ΗΠΑ. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι οι συμφωνίες που τερμάτισαν τον πόλεμο της Βοσνίας υπογράφηκαν στο Ντέιτον του Οχάιο. Στη συνέχεια, υπήρξε η εμπλοκή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν στο πλαίσιο του "πολέμου κατά της τρομοκρατίας" υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, μια εγκληματική επιχείρηση που αποδείχθηκε άσκοπη, και η επέμβασή του το 2011 στη Λιβύη, με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό διαμελισμό της χώρας αυτής. Μετά από αυτά, άρχισαν να τίθενται περισσότερα ερωτήματα σχετικά με το μέλλον του ΝΑΤΟ.

Αυτή η φάση έχει τελειώσει τώρα. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προσέφερε μια πειστική υποστήριξη της υπόθεσης για την αναγκαιότητα μιας στρατιωτικής συμμαχίας. Δεν είναι αυτό που μεγάλο μέρος της αριστεράς θέλει να ακούσει, αλλά είναι η αλήθεια. Πού πάμε λοιπόν από εδώ και πέρα; Η διπλωματία της Μέρκελ και των διαφόρων Γάλλων εταίρων της βασίστηκε στην ιδέα ότι η Ρωσία θα μπορούσε να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή οικογένεια των εθνών. Υπήρχε ένα τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί. Το τίμημα ήταν η αποδοχή μιας "γκρίζας ζώνης" μεταξύ της ΕΕ/του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας: ήταν η Ουκρανία και οι δημοκρατίες του Νότιου Καυκάσου. Έτσι, καμία ένταξη στο ΝΑΤΟ ή την ΕΕ για την Ουκρανία και τη Γεωργία, αλλά ούτε και ρωσικά στρατεύματα. Αλλά η Ρωσία δεν ήθελε μια γκρίζα ζώνη, ήθελε την Ουκρανία ως μέρος της δικής της ζώνης. Ήθελε τουλάχιστον την αποστρατιωτικοποίηση των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το αποτέλεσμα του πολέμου μέχρι στιγμής είναι ότι τα κράτη αυτά έχουν στρατιωτικοποιηθεί περισσότερο, όχι λιγότερο, και η Ουκρανία έχει τώρα τουλάχιστον τη δυνατότητα να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Το αν θα το κάνει ή όχι εξαρτάται από την έκβαση του πολέμου.

E. Ποια εναλλακτική λύση για μια δίκαιη ειρήνη;

Το τελευταίο μέρος του κειμένου ασχολείται με την ανάγκη για "μια εναλλακτική αντίληψη συλλογικής ασφάλειας για την Ευρώπη". Ας δούμε πρώτα το σκεπτικό: "Τα κράτη της ΕΕ -συμπεριλαμβανομένης της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία αρχικά ήταν κάπως διστακτική- είναι πλέον πλήρως προσηλωμένα στην αποστολή της υπεράσπισης της κυριαρχίας των ΗΠΑ και συνεπώς, ως σύμμαχοί τους, και της δικής τους προνομιακής θέσης. Αυτό δεν αφορά μόνο τη Ρωσία, αλλά κυρίως γίνεται ενάντια στην Κίνα". Αυτή είναι μια αρκετά καλή περιγραφή. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε το "επίσης τη δική τους προνομιακή θέση". Αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Αλλά όταν λέμε κράτη της ΕΕ, θα πρέπει να είμαστε πιο ακριβείς. Όλα τα κράτη της ΕΕ είναι ίσα, αλλά ορισμένα είναι σαφώς πιο ίσα από άλλα. Τα πραγματικά προνομιούχα είναι, πάνω απ' όλα, η Γαλλία και η Γερμανία, μαζί με μικρότερα ιμπεριαλιστικά κράτη και παρελκόμενα. Θα πρέπει να προσθέσουμε και τη Βρετανία, παρόλο που δεν ανήκει στην ΕΕ. Αυτές οι δευτερεύουσες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν έχουν τη στρατιωτική ισχύ για να υπερασπιστούν τα προνόμιά τους. Χρειάζονται έναν προστάτη, και ο προφανής είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Γαλλία και η Γερμανία μπορεί να σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να ξεφύγουν από αυτό ουδετεροποιώντας τη Ρωσία. Αν ήταν έτσι, έκαναν λάθος.

Όταν οι συντάκτες του κειμένου μιλούν για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, δεν διευκρινίζεται πλήρως, αλλά το σκεπτικό φαίνεται να είναι ότι μια ΕΕ απαλλαγμένη από την ηγεμονία των ΗΠΑ θα μπορούσε να αναπτύξει μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και να αντιμετωπίσει τον υπόλοιπο κόσμο (και τη Ρωσία, ειδικότερα) σε αυτή τη βάση. Ωστόσο, η κύρια σύγκρουση στον κόσμο δεν είναι "μεταξύ των προσπαθειών των ΗΠΑ και των συμμάχων τους να διατηρήσουν τη δική τους αυτοκρατορική υπεροχή" -που είναι αλήθεια- "και της προσπάθειας πολλών κρατών του κόσμου να κινηθούν προς μια πολυπολική τάξη κοινής ασφάλειας" - που δεν αποτελεί εξήγηση για τίποτα. Η κύρια σύγκρουση είναι μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους από τη μία πλευρά και της Κίνας και της Ρωσίας από την άλλη. Καμία από τις οποίες δεν είναι μη αυτοκρατορική, το αντίθετο μάλιστα.

1. “Συλλογική ασφάλεια”

Ας δούμε την επιδίωξη της ειρήνης και της συλλογικής ασφάλειας. Πρώτον, δεν μπορεί να ειπωθεί πολύ συχνά ότι οι κύριες δυνάμεις και ορισμένες άλλες κινούνται με βάση τα υλικά και γεωπολιτικά τους συμφέροντα. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτελεί έκφραση αυτού του γεγονότος. Το αποτέλεσμα είναι ένας πόλεμος μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Τι κακό έχει η έννοια του "ενδοϊμπεριαλιστικού πολέμου"; Το πιο προφανές εδώ είναι ότι μόνο ένας ιμπεριαλισμός βρίσκεται στην πραγματικότητα σε πόλεμο. Αλλά η Ουκρανία είναι απλώς ένας “αντιπρόσωπος” των άλλων ιμπεριαλιστών, ακούμε. Υπάρχει προηγούμενο για κάτι τέτοι; Ναι, υπάρχει: είναι ο πόλεμος του Βιετνάμ. Μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες και λίγοι σύμμαχοί τους βρίσκονταν σε πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ. Ούτε η Σοβιετική Ένωση ούτε η Κίνα ήταν σε πόλεμο. Αλλά παρείχαν ένα τεράστιο ποσό βοήθειας στο Βιετνάμ, όχι απλώς συγκρίσιμο με αυτό που δίνεται σήμερα στην Ουκρανία, αλλά ακόμη πιο σημαντικό. Αν και δεν είχε δημοσιοποιηθεί εκείνη την εποχή, υπήρχαν τόσο σοβιετικές όσο και κινεζικές δυνάμεις στο Βιετνάμ. Μίλησε κανείς τότε για “πόλεμο δι' αντιπροσώπων”; Σίγουρα όχι, κανείς από την Αριστερά. Αλλά υπήρχαν πολλοί στη Δεξιά που εξηγούσαν ότι δεν επρόκειτο απλώς για έναν πόλεμο με το Βιετνάμ, διότι πίσω από το Βιετνάμ βρισκόταν ο "διεθνής κομμουνισμός" που σχεδίαζε να καταλάβει τον "ελεύθερο κόσμο". Αλλά παρ' όλη τη βοήθεια που λάμβανε, ήταν πόλεμος του Βιετνάμ και παρόλο που διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση κυρίως, μετά τον πόλεμο, το Βιετνάμ δεν ήταν ποτέ δορυφόρος κανενός.

Εξετάζοντας τη λογική του κειμένου βλέπουμε ότι ξεκινάει με τη θυσία της Ουκρανίας στο βωμό της αναζήτησης "ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινής ασφάλειας που θα περιλαμβάνει και τη Ρωσία". Έχουμε ήδη ασχοληθεί με το τίμημα που θα απαιτούσε η Ρωσία για να είναι μέρος οποιουδήποτε συστήματος κοινής ασφάλειας. Ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς πέρασε πολλά χρόνια διαπραγματευόμενος, μαζί με τη Μέρκελ, με τον Πούτιν. Τώρα λέει ότι δεν μπορεί να φανταστεί μια εταιρική σχέση με τη Ρωσία του Πούτιν. Θα ήταν μάλλον λάθος να το ερμηνεύσουμε αυτό μόνο ως απόρριψη του Πούτιν ως προσώπου, αν και η διπροσωπία του τελευταίου έπαιξε αναμφίβολα ρόλο.

Το πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται για απόρριψη των αυταπατών της Ρωσίας περί αυτοκρατορικού μεγαλείου. Οι συγγραφείς φαίνεται να λυπούνται για την εγκατάλειψη της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, παρά τους δισταγμούς της Γερμανίας. Όμως μπορεί να έχουμε να κάνουμε με μια ορισμένη μορφή στρατηγικής αυτονομίας. Η μορφή που υποστηρίζει το κείμενο θα αποσυνδέσει την Ευρώπη από τις Ηνωμένες Πολιτείες και θα επιδιώξει τη μορφή μιας ευρωπαϊκής ασφάλειας που θα περιλαμβάνει τη Ρωσία. Αυτή η προοπτική δεν ήταν πειστική πριν από τον σημερινό πόλεμο, είναι εντελώς περιττή τώρα. Το πρώτο αποτέλεσμα του πολέμου ήταν να ενωθεί το ΝΑΤΟ για την υποστήριξη της Ουκρανίας. Ενίσχυσε επίσης την αξιοπιστία χωρών όπως η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, οι οποίες προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια για τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε η Ρωσία, και τσαλάκωσε κάπως το κύρος του γαλλογερμανικού ζεύγους. Οι τελευταίες εξελίξεις είναι αρκετά ενδιαφέρουσες. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Κιέλου, ειδικά αν εξετάσουμε τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις, η αμερικανική βοήθεια προς την Ουκρανία ξεπερνιέται από την Ευρώπη. Και ποιος παίρνει το προβάδισμα μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων; Η Γερμανία, ακολουθούμενη από τη Βρετανία. Και πού βρίσκεται η Γαλλία; Εκεί κάτω μεταξύ των ουραγών. Είναι αυτή η αρχή ενός είδους ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας; Ίσως κατά μία έννοια. Όχι με ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά με το να γίνει λιγότερο εξαρτημένη από αυτές. Και όχι κατευνάζοντας τη Ρωσία, αλλά αντιμετωπίζοντάς την στα ίσα. Θα πρέπει να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.

2. Εναλλακτικές στο ΝΑΤΟ και ο αγώνας για την ειρήνη

Αυτό αφήνει ανοιχτό το ερώτημα: υπάρχει εναλλακτική λύση απέναντι στο ΝΑΤΟ; Και αν ναι, ποια είναι αυτή; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Αν δεχτούμε ότι δεν πρόκειται να υπάρξει σύντομα ένας ειρηνικός κόσμος, η Ευρώπη πρέπει να είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Μια ευρωπαϊκή αμυντική συμμαχία είναι νοητή, αλλά όχι τόσο απλή. Και θέτει μια σειρά από προβλήματα για την αριστερά, τα οποία μπορούμε μόνο να θίξουμε εδώ: γενική θητεία ή όχι, δικαιώματα των στρατιωτών, στρατιωτικοί προϋπολογισμοί..... Το θεμελιώδες ερώτημα είναι: τι είδους στρατός θα υπερασπιστεί τι είδους κοινωνία;

Το τελευταίο μέρος του κειμένου είναι αυτό που θέτει τα πιο θεμελιώδη ερωτήματα. Το πρόβλημα δεν είναι το ζήτημα ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας ή, της ειρήνης στην πράξη, που είναι απολύτως επιθυμητοί στόχοι. Το πρόβλημα είναι το πώς θα φτάσουμε εκεί. Ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ είχαν μια απάντηση: ήταν αδύνατο να μπει ένα τέλος στον μιλιταρισμό και τον πόλεμο χωρίς να μπει ένα τέλος στον καπιταλισμό. Δεν υπάρχει απολύτως καμία αμφιβολία ότι αυτό υποστήριζαν, θα μπορούσε κανείς να γεμίσει σελίδες με τα αποσπάσματά τους. Αυτό που άλλαξε από τότε ήταν ότι κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά από αυτόν, η σοσιαλιστική επανάσταση και το τέλος του καπιταλισμού έμοιαζαν με πραγματικές δυνατότητες. Αυτό δεν ισχύει σχεδόν καθόλου σήμερα.

Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι ότι εξακολουθεί να είναι απατηλό να πιστεύουμε ότι μπορούμε να βάλουμε τέλος στους πολέμους και τον μιλιταρισμό και να βρούμε ένα σύστημα συλλογικής ασφάλειας χωρίς να αντιμετωπίσουμε τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό. Στην πραγματικότητα, ο αγώνας ενάντια στον πόλεμο, για τον αφοπλισμό, για ένα σύστημα συλλογικής ασφάλειας πρέπει να αποτελεί μέρος ενός προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού, ενός σοσιαλιστικού προγράμματος. Θα ήταν σωστό να πούμε ότι οι προοπτικές για τον κοινωνικό μετασχηματισμό στην Ευρώπη σπάνια έμοιαζαν τόσο μακρινές. Είναι ακόμη πιο αναγκαίο να γυρίσουμε σελίδα στις αόριστες έννοιες μιας κοινωνικής, δημοκρατικής, οικολογικής κ.λπ. Ευρώπης και να οργανωθούμε γύρω από προγράμματα που αμφισβητούν τον καπιταλισμό. Ο αγώνας κατά του μιλιταρισμού και του πολέμου πρέπει να αποτελέσει μέρος αυτού.

Η μεμονωμένη υιοθέτηση αιτημάτων για ειρήνη και συλλογική ασφάλεια ισοδυναμεί απλώς με εκκλήσεις προς τις υπάρχουσες δυνάμεις. Να τι είχε να πει η Ρόζα Λούξεμπουργκ για το θέμα, όταν εξηγούσε την ανάγκη για μια ανεξάρτητη πολιτική της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου: "Αλλά αυτή η πολιτική δεν μπορεί να συνίσταται στην εκπόνηση έξυπνων σχεδίων για την καπιταλιστική διπλωματία ... για το πώς θα συναφθεί η ειρήνη και θα διασφαλιστεί η μελλοντική ειρηνική και δημοκρατική ανάπτυξη". Αφού αναπτύσσει περαιτέρω τα επιχειρήματά της, καταλήγει με την ειρωνική φράση: “Αυτά τα αιτήματα θα μπορούσαν με πολύ μεγαλύτερη συνέπεια να συμπυκνωθούν στο απλό σύνθημα ‘κατάργηση του καπιταλιστικού ταξικού κράτους’” (The "Junius Letter", 1916).

Η Λούξεμπουργκ αναπτύσσει αυτές τις ιδέες πολύ εκτενέστερα, με μια ανελέητη κριτική του ειρηνισμού, στο άρθρο της "Ειρηνιστικές Ουτοπίες" το 1911. Σε αυτό το άρθρο απαριθμεί τον μάλλον μακρύ κατάλογο των πολέμων των προηγούμενων 15 ετών και αναρωτιέται: "Πού μπορούμε να δούμε μια κάποια τάση προς ειρήνη, προς αφοπλισμό, προς φιλικό διακανονισμό των συγκρούσεων;".

Πιο κοντά στη δική μας εποχή, θα μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα -σε δύο στάδια- χωρίς να υπεισέλθουμε εδώ σε όλες τις λεπτομέρειες. Πρώτον, από το 1945 έως το 1989-91, οι αποικιοκρατικοί πόλεμοι, ιδίως στην Αφρική, την Κορέα, το Βιετνάμ, το Αφγανιστάν. Από το 1991, Ιράκ, Αφγανιστάν, αλλά και οι βαλκανικοί πόλεμοι, Τσετσενία, Γεωργία, Ουκρανία, Συρία, Υεμένη. Από το 1945 έως το 1991, όσον αφορά την Ευρώπη, ο πόλεμος ήταν ένα εξαγωγικό προϊόν. Από το 1991, ο πόλεμος επέστρεψε στην Ευρώπη. Χωρίς να είναι λιγότερο εδραιωμένος αλλού. Κανένας από αυτούς τους πολέμους δεν εμπίπτει στην κατηγορία των ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων. Ήταν σχεδόν όλοι πόλεμοι που διεξήχθησαν από ιμπεριαλιστικά και αποικιοκρατικά κράτη για να διατηρήσουν ή να αποκτήσουν εδάφη και επιρροή.

Οι πόλεμοι είναι ένοπλες εκφράσεις συγκρούσεων μεταξύ χωρών -πολιτικών, οικονομικών, γεωπολιτικών. Είναι η έκφραση αντιθέσεων που σε ορισμένες στιγμές ξεσπούν σε ανοιχτό πόλεμο. Από το 1945 μέχρι τη δεκαετία του 1970, υπήρξε ένα τεράστιο κίνημα αποικιακών λαών που επιζητούσαν την ανεξαρτησία τους από τις ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες. Το κίνημα αυτό έφερε το τέλος αυτών των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, κυρίως της βρετανικής και της γαλλικής, με εμβληματικούς αγώνες στη Νοτιοανατολική Ασία, την Αλγερία, τις πορτογαλικές αποικίες κ.λπ. Η πτώση του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική ήταν επίσης μέρος αυτού του κινήματος. Με όποια μορφή κι αν εκφράστηκε, υπήρχε πολύ ευρεία υποστήριξη και συμπάθεια από την αριστερά στην Ευρώπη και αλλού. Υπήρχε επίσης υποστήριξη από τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Μετά το 1991, καθώς οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν εξαπολύθηκαν από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, η αριστερά δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους αντιταχθεί.

Από το 1991, όταν ο πόλεμος ήρθε στην Ευρώπη, τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα. Κάποιοι άνθρωποι στην αριστερά προσπάθησαν να εντάξουν τους μετα-γιουγκοσλαβικούς πολέμους σε μια ανάλυση όπου η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας θα οφειλόταν στις μηχανορραφίες του δυτικού ιμπεριαλισμού. Ήταν δύσκολο να γίνει αυτό στην Τσετσενία, αλλά υπήρχε πολύ μικρή διεθνής αλληλεγγύη με την Τσετσενία. Ήταν το πρώτο σημάδι ότι όταν το έκανε η Ρωσία, δεν ήταν το ίδιο με το να το κάνει ο δυτικός ιμπεριαλισμός. Αυτό συνεχίστηκε σε μεγαλύτερη κλίμακα με τη Γεωργία, τη Συρία και, κυρίως, την Ουκρανία.

Αυτό που δεν ήταν ποτέ χρήσιμο, είτε στους αποικιοκρατικούς πολέμους είτε στην Ευρώπη, ήταν να ζητάμε κατάπαυση του πυρός, διαπραγματεύσεις και ειρήνη. Αυτό που δεν ήταν ποτέ χρήσιμο ήταν τα "έξυπνα σχέδια". Αυτό που ήταν χρήσιμο ήταν να βοηθήσουμε αυτά τα κινήματα, πολιτικά και υλικά, και να εκλαϊκεύσουμε τους αγώνες τους. Αυτή η προσπάθεια βοήθησε στην επίτευξη της μόνης δυνατής αποδεκτής ειρήνης -μιας ειρήνης που εγγυάται τη συνολική ήττα του επιτιθέμενου και τη δυνατότητα του θύματός του να ζήσει χωρίς την απειλή νέας επίθεσης. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς σε σχέση με την Ουκρανία.

Έχω επισυνάψει δύο παραρτήματα. Πρώτον, τη θέση που υιοθέτησε η βρετανική εργατική συνομοσπονδία (Trade Union Congress) για την Ουκρανία. Δεύτερον, την ομιλία μιας εκπροσώπου της Φεμινιστικής Αντιπολεμικής Αντίστασης (Feminist Anti-War Resistance) της Ρωσίας κατά την παραλαβή του Βραβείου Ειρήνης του Άαχεν. Αυτό που ενώνει αυτά τα δύο κείμενα, που προέρχονται από πολύ διαφορετικές συνθήκες, είναι μια έννοια και μια λέξη που λείπει από το κείμενο που εξετάσαμε: αλληλεγγύη.

Το κείμενο των Bierbaum και Brie καταλήγει εκφράζοντας την άποψη ότι οι επερχόμενες ευρωεκλογές θα είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να διεξαχθεί μια εκστρατεία με βάση τη λογική και τις προτάσεις του. Οι συγγραφείς δεν είναι δυνατόν να πιστεύουν ότι αυτό μπορεί να ενώσει τις ευρύτερες αριστερές δυνάμεις. Μπορούμε εύκολα να δούμε ποιοι θα μπορούσαν να προσελκυστούν από τις προτάσεις τους. Μπορούμε επίσης να δούμε ποιοι θα αρνηθούν να συμμετάσχουν σε μια εκστρατεία που αρνείται πλήρως να βοηθήσει την Ουκρανία.

Murray Smith

6 Οκτωβρίου 2023

Παράρτημα 1:

Συνέδριο της βρετανικής Συνομοσπονδίας TUC

Μια νίκη για την αλληλεγγύη με την Ουκρανία, μια νίκη για την αλήθεια

Ukraine Solidarity Campaign

14 Σεπτεμβρίου 2023

Στις 12 Σεπτεμβρίου το Συνέδριο των Συνδικάτων (TUC) που ενώνει συνδικάτα που εκπροσωπούν περισσότερους από 5,5 εκατομμύρια εργαζόμενους που είναι μέλη 48 συνδικάτων υιοθέτησε με συντριπτική πλειοψηφία μια πολιτική αλληλεγγύης με την Ουκρανία

Η ψηφοφορία αυτή εξασφαλίστηκε σε πείσμα μιας αδυσώπητης εκστρατείας παραπληροφόρησης από όσους επιδιώκουν να υπονομεύσουν την υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ένας ευρύς συνασπισμός αλληλεγγύης κατέστησε δυνατή αυτή τη νίκη. H Εκστρατεία Αλληλεγγύης στην Ουκρανία εκφράζει την ευγνωμοσύνη της στα ουκρανικά συνδικάτα, τους σοσιαλδημοκράτες και τους δημοκρατικούς σοσιαλιστές που μας βοήθησαν παρά τις δικές τους προκλήσεις. Τα συνδικάτα GMB, ASLEF και NUM έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην οικοδόμηση υποστήριξης, όπως και οι φίλοι μας από το Εργατικό Κόμμα.

Η πλήρης πολιτική που υιοθετήθηκε παρατίθεται πιο κάτω. Αυτό είναι ένα ιστορικό επίτευγμα και είναι τώρα ζωτικής σημασίας να να διπλασιάσουμε την προσπάθεια για αύξηση της άμεσης αλληλεγγύης από το κίνημα.

Αλληλεγγύη με την Ουκρανία

Το Κογκρέσο καταδικάζει απερίφραστα την παράνομη, επιθετική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Το Κογκρέσο σημειώνει:

  • 1. Τη συστηματική καταστολή των ελεύθερων συνδικάτων υπό τον Πούτιν και τον Λουκασένκο και την κατάργησή τους στα κατεχόμενα εδάφη της Ουκρανίας από το 2014.
  • 2. Τις εκκλήσεις των ουκρανικών συνδικάτων για ηθική και υλική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων και για μέσα αυτοάμυνας της Ουκρανίας.
  • 3. Ότι αυτοί που υποφέρουν περισσότερο σε περιόδους πολέμου είναι η εργατική τάξη και ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει τις συγκρούσεις -ωστόσο, αυτό δεν είναι πάντα δυνατό.
  • 4. Την υπερήφανη ιστορία αλληλεγγύης του TUC προς τα θύματα της φασιστικής, ιμπεριαλιστικής επίθεσης, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης σε όπλα προς την Ισπανική Δημοκρατία. Ως συνδικαλιστές είμαστε εγγενώς αντιιμπεριαλιστές και η δουλειά μας είναι να πολεμάμε τον ιμπεριαλισμό και την τυραννία σε κάθε ευκαιρία. Αναγνωρίζουμε ότι μια νίκη του Πούτιν στην Ουκρανία θα είναι μια επιτυχία για τις αντιδραστικές αυταρχικές πολιτικές σε όλο τον κόσμο.
  • 5. Το φρικτό ανθρώπινο και περιβαλλοντικό κόστος της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να φύγουν, ενώ πολλοί άλλοι έχουν χάσει τη ζωή τους.
  • 6. Το ρωσικό πρόγραμμα εθνοκάθαρσης.
  • 7. Ότι τα συνδικάτα σε όλη την Ουκρανία έδειξαν πραγματική αλληλεγγύη και υποστήριξη προσφέροντας στέγη και τρόφιμα στους πρόσφυγες. Η ASLEF έχει συνεργαστεί στενά με τα ουκρανικά συνδικάτα των σιδηροδρομικών και έχει δει το τεράστιο έργο που έχουν κάνει για την υποστήριξη των εργαζομένων σε αυτούς τους καιρούς των συγκρούσεων.

Το Κογκρέσο επιβεβαιώνει:

  • α) την υποστήριξή του για τα πολιτικά και εργασιακά δικαιώματα στη Ρωσία και τη Λευκορωσία και για την άμεση απελευθέρωση των φυλακισμένων συνδικαλιστών
  • β) την πεποίθησή του ότι δεν μπορεί να υπάρξει δίκαιη ή διαρκής ειρήνη όσο το ρωσικό κράτος συνεχίζει να αρνείται την ουκρανική κυριαρχία
  • γ) την αλληλεγγύη του προς τον ουκρανικό λαό, συμπεριλαμβανομένων των προσφύγων των οποίων το άσυλο έχει καθυστερήσει ή αρνηθεί η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου
  • δ) Ότι η ανοικοδόμηση της Ουκρανίας πρέπει να έχει στο επίκεντρό της τις εργατικές και συνδικαλιστικές αξίες

Το Κογκρέσο υποστηρίζει:

  • i. Την άμεση απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων από όλα τα ουκρανικά εδάφη που έχουν καταληφθεί από το 2014
  • ii. Τις εκκλήσεις των ουκρανικών συνδικάτων για οικονομική και πρακτική βοήθεια από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Ουκρανία
  • III. Ένα ειρηνικό τέλος της σύγκρουσης που θα διασφαλίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και την υποστήριξη και αυτοδιάθεση του ουκρανικού λαού.
  • iv. Την πλήρη αποκατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων στην Ουκρανία και ένα κοινωνικά δίκαιο πρόγραμμα ανασυγκρότησης και ανάπτυξης που να ενσωματώνει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και να απορρίπτει την απορρύθμιση και τις ιδιωτικοποιήσεις
  • v. Το έργο της Συνομοσπονδίας (TUC) και των μελών της στη δέσμευσή τους με τα κύρια ουκρανικά συνδικαλιστικά κέντρα (FPU/KVPU), και αναγνωρίζει την εκστρατεία αλληλεγγύης στην Ουκρανία [Ukraine Solidarity Campaign].

Το Κογκρέσο αναθέτει επομένως στο Γενικό Συμβούλιο να:

  • 1. Να στείλει αλληλεγγύη σε όλους τους Ουκρανούς συνδικαλιστές που αγωνίζονται καθημερινά για τα δικαιώματα των εργαζομένων και κατά του ιμπεριαλισμού
  • 2. Να ασχοληθεί με τα ουκρανικά συνδικάτα και από τα δύο συνδικαλιστικά κέντρα, καθώς και με ένα ευρύ φάσμα συνδικαλιστικών μελών και ιδεών
  • 3. Να σταθεί στο πλευρό των Ουκρανών στο Ηνωμένο Βασίλειο και να τους υποστηρίξει με κάθε διαθέσιμο μέσο μέχρι να μπορέσουν να επιστρέψουν με ασφάλεια στην πατρίδα τους

Εισήγηση: GMB

Υποστήριξη: ASLEF

Στήριξη: NUM

Παράρτημα 2:

Κείμενο της ρωσικής Φεμινιστικής Αντιπολεμικής Αντίστασης

Ομιλία για το βραβείο ειρήνης του Άαχεν

1 Σεπτεμβρίου 2023

Ευχαριστούμε την επιτροπή του Βραβείου Ειρήνης του Άαχεν για την απονομή και για την έκφραση ανεκτίμητης υποστήριξης και αλληλεγγύης προς τις ακτιβίστριές μας. Είναι τιμή μας να λαμβάνουμε αυτό το βραβείο μαζί με το Ταμείο Υπερασπιστών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ισραήλ), οι οποίοι αγωνίζονται για τα δικαιώματα των ακτιβιστριών που βρίσκονται υπό τη συνεχή απειλή της κυβέρνησής τους.

Δεν δείχνουμε τα πρόσωπά μας σήμερα, διότι το να βρισκόμαστε εδώ δεν είναι μόνο τιμή, αλλά και μεγάλο προνόμιο και ευθύνη. Οι περισσότερες από τις συναδέλφους μας βρίσκονται στη Ρωσία και δεν μπορούν να αποκαλύψουν τα πρόσωπα και τα ονόματά τους χωρίς τον κίνδυνο να φυλακιστούν ή να βασανιστούν από τις ρωσικές δυνάμεις ασφαλείας.

Λαμβάνουμε αυτό το βραβείο ενώ διεξάγεται πόλεμος και το κράτος μας βομβαρδίζει καθημερινά την Ουκρανία, ενώ ο ουκρανικός στρατός και οι πολίτες αντιστέκονται ηρωικά σε αυτή την απρόκλητη επίθεση.

Λαμβάνουμε αυτό το βραβείο την ώρα που οι συναδέλφισσές μας συνεχίζουν τον αγώνα τους στη Ρωσία -το κίνημά μας υπάρχει χάρη στο θάρρος και την αντίστασή τους στο ρωσικό καθεστώς.

Η Φεμινιστική Αντιπολεμική Αντίσταση προέκυψε στις 25 Φεβρουαρίου 2022 ως απάντηση στη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία. Σήμερα είμαστε δεκάδες αυτόνομοι πυρήνες και ομάδες στη Ρωσία και στο εξωτερικό. Περιλαμβάνουμε αυτόχθονες ακτιβιστές, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, άτομα με αναπηρία, άτομα με μεταναστευτική και προσφυγική εμπειρία, άτομα που έχουν βιώσει διάφορες μορφές βίας και διακρίσεων. Χτίζουμε δίκτυα αμοιβαίας υποστήριξης με άλλα αντιπολεμικά κινήματα και ομάδες ακτιβιστών για να ενώσουμε και να πολιτικοποιήσουμε περισσότερους ανθρώπους που είναι έτοιμοι να χτίσουν μαζί τα θεμέλια για μια μελλοντική Ρωσία απαλλαγμένη από τη δικτατορία, την καταστολή, τον μιλιταρισμό, τον ιμπεριαλισμό και τη βία.

Ο πόλεμος είναι μια συνέχεια της πατριαρχικής βίας, μια από τις ακραίες εκδηλώσεις της, η οποία πάντα παρασιτεί τους ευάλωτους και απροστάτευτους.

Πόλεμος σημαίνει εκατομμύρια άνθρωποι που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, χιλιάδες Ουκρανοί/ές που τραυματίστηκαν, σκοτώθηκαν και βασανίστηκαν από τον ρωσικό στρατό. Οι Ουκρανοί/ές που εκτοπίστηκαν με τη βία στη Ρωσία ζουν σε απάνθρωπες συνθήκες, χωρίς υποστήριξη από κανέναν, εκτός από τους συγγενείς και τους εθελοντές τους και βρίσκονται υπό τη συνεχή πίεση του ρωσικού κράτους. Χιλιάδες Ουκρανοί πολίτες κρατούνται αιχμάλωτοι από τον ρωσικό στρατό και τίποτα δεν είναι γνωστό για την τύχη τους. Χιλιάδες ουκρανικά παιδιά έχουν απαχθεί από τη Ρωσία.

Επαναλαμβάνουμε συχνά: "Ο πόλεμος ξεκινάει από το σπίτι". Η ενδοοικογενειακή βία, η βία κατά των γυναικών, των παιδιών και των ηλικιωμένων, είναι βία που ενθαρρύνεται και καλλιεργείται από το ρωσικό κράτος εδώ και χρόνια. Εδώ και καιρό έχει ξεχυθεί από τα σπίτια μας και έχει ξεπεράσει και τα κρατικά σύνορα. Όλη αυτή η βία συνδέεται -και όλη η βία πρέπει να σταματήσει. Ο πόλεμος αρχίζει στο σπίτι και πρέπει να τελειώσει στο σπίτι. Γιατί τρέφεται από τη βία μέσα στην κοινωνία μας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο φεμινισμός είναι αναπόσπαστο μέρος της αντίστασης στον πόλεμο.

Στη Ρωσία, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν ήδη βία από τους στρατιώτες που επιστρέφουν από τον πόλεμο. Πολλοί κρατούμενοι που εξέτισαν ποινή φυλάκισης για βάναυσα εγκλήματα και στρατεύτηκαν, έχουν ήδη επιστρέψει από τον πόλεμο και κυκλοφορούν ελεύθεροι, έχοντας λάβει χάρη και μετάλλια για όλα τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν. Η Ρωσία υιοθετεί όλο και περισσότερο νόμους που εισάγουν διακρίσεις και παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, νόμους που κάνουν τη ζωή αφόρητη για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στη Ρωσία. Όπως ένας νέος νόμος που απαγορεύει τις διαδικασίες επιβεβαίωσης φύλου και την αλλαγή της εγγραφής φύλου στα έγγραφα. Χιλιάδες ιθαγενείς εξακολουθούν να ζουν υπό ρωσική κατοχή και όσοι προσπαθούν να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους αντιμετωπίζουν συστηματική καταστολή.

Η ειρήνη δεν περιορίζεται στην κατάπαυση του πυρός. Θέλουμε ειρήνη όχι μόνο χωρίς ανοιχτή στρατιωτική βία, αλλά και χωρίς δομική βία. Μια τέτοια ειρήνη απαιτεί επίσης την πλήρη συμπερίληψη των εκπροσώπων των ευάλωτων ομάδων σε οποιεσδήποτε προ-διαπραγματευτικές διαδικασίες και στη διαμόρφωση της ειρήνης. Μια τέτοια ειρήνη απαιτεί ενεργό αγώνα και δεν μπορεί να ξεγελαστεί από μια απλή κατάπαυση του πυρός.

Ονομάζουμε τους εαυτούς μας Φεμινιστική Αντιπολεμική Αντίσταση, αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το να είμαστε "αντιπολεμικές" δεν σημαίνει προνομιακό ειρηνισμό, αλλά και αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοάμυνας του πληττόμενου μέρους. Οι Ουκρανές γυναίκες δεν μπορούν να πουν "όχι στον πόλεμο" σε έναν πόλεμο που έχει ήδη έρθει στο σπίτι τους. Δεν μπορούν να πουν "αυτός δεν είναι ο δικός μας πόλεμος". Αναγκάζονται να υπερασπιστούν και να προστατεύσουν το σπίτι και τους αγαπημένους τους -και συχνά με κόστος τη ζωή τους.

Θέλουμε να μας καταλάβουν σωστά: "αντιπολεμική" στην περίπτωσή μας δεν είναι η αδρανής αναμονή μιας αφηρημένης ειρήνης που θα έρθει όταν η μία πλευρά ξεμείνει από πόρους. "Αντιπολεμική" είναι η καθημερινή αντίσταση στον επιτιθέμενο και στις στρατιωτικές και αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του. Αντίσταση που περιλαμβάνει χιλιάδες γυναίκες, queer άτομα, ακτιβίστριες και φεμινίστριες. Και αυτή η τιμή ανήκει σε αυτές.

Όσο υπάρχει ο Πούτιν και αυτό το καθεστώς στη Ρωσία δεν θα υπάρχει ειρήνη. Όσο άνθρωποι και εδάφη βρίσκονται υπό κατοχή δεν θα υπάρχει ειρήνη. Η ειρήνη δεν μπορεί να θεωρείται ειρήνη όταν πολιτικοί κρατούμενοι βρίσκονται στη φυλακή και οι ακτιβιστές που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα δεν μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με ασφάλεια. Μια τέτοια "ειρήνη" δεν λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα τεράστιου αριθμού ευάλωτων ανθρώπων.

Θέλουμε ειρήνη, αλλά θέλουμε μια δίκαιη ειρήνη, χωρίς κατεχόμενα εδάφη, χωρίς σκλαβιά και βασανιστήρια, χωρίς φυλακές και εκμετάλλευση, χωρίς δικτατορίες, χωρίς αποσιωπητική βία σε οποιαδήποτε μορφή.

Θέλουμε να αφιερώσουμε αυτό το βραβείο στις Ρωσίδες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα που έχουν διωχθεί ποινικά για τις αντιπολεμικές τους δράσεις, την ταυτότητα και τις απόψεις τους, που κάθονται σε προανακριτικά κέντρα και φυλακές. Ακτιβιστές που έχουν βιώσει έρευνες και βασανιστήρια, έχουν αντιμετωπίσει βία για την αντιπολεμική τους δράση και για τη βοήθεια προς τους Ουκρανούς. Αυτοί δεν είναι μόνο ακτιβιστές του κινήματός μας, αλλά και χιλιάδες ιστορίες αντίστασης στο ρωσικό φασισμό, ιστορίες μαθητριών και συνταξιούχων.

Αφιερώνουμε αυτό το βραβείο στη Maria Ponomarenko, τη Sasha Skochilenko, τη Natalia Filonova, την Tatiana Savinkina, τη Marina Novikova, τη Victoria Petrova, τη Masha Moskalyova και σε όλες όσες που δεν μπορούμε να κατονομάσουμε σήμερα για λόγους ασφαλείας.

Θα δωρίσουμε το χρηματικό αντίτιμο αυτού του βραβείου σε μια ουκρανική φεμινιστική οργάνωση και σε μια ρωσική πρωτοβουλία που βοηθάει τους πολιτικούς κρατούμενους. Εκφράζουμε την υποστήριξή μας και την αλληλεγγύη μας στις Ουκρανές στον αγώνα τους για ελευθερία. Σας ευχαριστούμε.

Φεμινιστική Αντιπολεμική Αντίσταση [Feminist Anti-War Resistance]

1 Σεπτεμβρίου 2023

[Το αρχικό πλήρες ρωσικό κείμενο βρίσκεται εδώ]

[Μετάφραση στα ελληνικά (με τη βοήθεια της DeepL): Dick Nickols & Τάσος Αναστασιάδης

από το links: European Left leaders on Ukraine: Not even a hint of solidarity]