Ουκρανικά ερωτήματα

Language
Greek
Date
October 3, 2022
Author
Daria Saburova
Tags
historyWGoccupied
www (1)

Πώς φτάσαμε εδώ; Στο παρόν άρθρο, η Daria Saburova, με μεγάλη ακρίβεια και αυστηρή στοιχειοθέτηση αναλύει το σύνολο των παραγόντων που εξηγούν τη σημερινή ουκρανική κατάσταση και το συσχετισμό δυνάμεων στον πόλεμο που διεξάγει η Ρωσία του Πούτιν. Επανέρχεται διεξοδικά στη σύγκρουση στο Ντονμπάς, και εξετάζει την ερμηνευτική υπόθεση του ότι θα επρόκειτο τότε για εμφύλιο πόλεμο, υπόθεση που κατά πολύ στηρίχτηκε σε μια φιλορωσική προπαγάνδα γεμάτη από ψεύτικες διαδόσεις.

Όλα τα στοιχεία εκτιμούνται έτσι από κοντά: οι αντικοινωνικές απαιτήσεις του ΔΝΤ έναντι των χορηγούμενων δανείων του, η περίπλοκη πολιτική και κοινωνική κατάσταση των φιλο- και αντι- Μαϊντάν, η πραγματική βάση της άκρας δεξιάς στην Ουκρανία… Και βέβαια και το τί προτείνει η ουκρανική αντικαπιταλιστική αριστερά.

Το να πιστεύει κανείς ότι η κοινωνική επανάσταση θα ήταν δυνατή χωρίς εξεγέρσεις των μικρών εθνών στις αποικίες και στην Ευρώπη, χωρίς επαναστατικές εκρήξεις ενός τμήματος της μικροαστικής τάξης με όλες τις προκαταλήψεις της, χωρίς κίνημα των προλεταριακών και ημι-προλεταριακών μαζών χωρίς πολιτική συνείδηση κατά της φεουδαλικής, κληρικής, μοναρχικής, εθνικής, κλπ., κυριαρχίας, ισοδυναμεί με το να αποκηρύσσει την κοινωνική επανάσταση. Θα ήταν σαν να φανταζόταν κανείς ότι ένας στρατός θα πάρει κάποια στιγμή μια θέση και θα πει “Εμείς είμαστε για το σοσιαλισμό” και τότε θα γίνει η κοινωνική επανάσταση! […] Οποιοσδήποτε περιμένει μια “καθαρή” κοινωνική επανάσταση δεν θα ζήσει αρκετά για να την δει. Γιατί δεν θα είναι παρά μόνο στα λόγια επαναστάτης που δεν καταλαβαίνει καθόλου τί είναι μια αληθινή επανάσταση.

Λένιν “Απολογισμός της συζήτησης για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση”, 1916

Στις 30 Οκτωβρίου, ο Πούτιν κήρυξε την προσάρτηση από τη Ρωσία των περιοχών Ντονέτσκ, Λουγκάνσκ, Χερσόνα και Ζαπορίζια, μετά από στημένα δημοψηφίσματα που οργάνωσε στις 23 με 27 Σεπτεμβρίου, επαναλαμβάνοντας το σενάριο που είχε ήδη δοκιμάσει το 2014 στην Κριμαία και στον Ντονμπάς. Το χτύπημα αυτό διεξήχθη μέσα στο πλαίσιο μιας μεγάλης αντεπίθεσης του ουκρανικού στρατού στις περιοχές του Χάρκοβο και του Ντονέτσκ και είχε ως στόχο να δικαιολογήσει τη λεγόμενη “μερική επιστράτευση” που ανήγγειλε στις 21 Σεπτεμβρίου. Εάν το νέο αυτό επεισόδιο “λαϊκής αυτοδιάθεσης” θα αρκούσε από μόνο του να διαφωτίσει εκ των υστέρων και το τί συνέβη το 2014, ορισμένες φωνές στην αριστερά εξακολουθούν ακόμα να κατηγορούν την Ουκρανία για το ότι θα ευθυνόταν αυτή για τη σημερινή στρατιωτική κλιμάκωση. Το παρόν κείμενο επανέρχεται στα γεγονότα του 2014-2022, για να απαντήσει σε ορισμένα ερωτήματα που συνεχίζουν να πλανώνται πάνω από ένα τμήμα της ριζοσπαστικής αριστεράς εμποδίζοντας την αλληλεγγύη της με την ουκρανική λαϊκή αντίσταση. Τα ερωτήματα αυτά αφορούν το αποσχιστικό κίνημα και τον πόλεμο στο Ντονμπάς, τις συμφωνίες του Μινσκ, την πολιτική της κυβέρνησης μετά το Μαϊντάν, την προώθηση της άκρας δεξιάς και τις προοπτικές της αριστεράς στην Ουκρανία.

Ι. Από την προσάρτηση της Κριμαίας στον πόλεμο στον Ντονμπάς

Εμφύλιος ή επιθετικός πόλεμος;

Στις 27 Φεβρουαρίου 2014, λίγες μέρες μετά την πτώση του Γιανουκόβιτς στη συνέχεια της επανάστασης του Μαϊντάν, μια ομάδα ένοπλων ατόμων παίρνει τον έλεγχο του Κοινοβουλίου και της Έδρας των Υπουργών στην Κριμαία. Την επαύριο, οι “μικροί πρασινοφορεμένοι”, φαντάροι με στρατιωτικές στολές χωρίς διακριτικά, καταλαμβάνουν τα αεροδρόμια της Σεβαστούπολης και της Συμφερούπολης, καθώς και άλλα στρατηγικά σημεία της χερσονήσου. Σχεδόν τα δύο τρίτα των ουκρανικών στρατευμάτων που στάθμευαν στην Κριμαία και το 99% των ομάδων ασφαλείας περνάνε στη ρωσική πλευρά (Stepaniuk, 2022 : 90). Μόλις τρεις εβδομάδες αργότερα, μετά από ένα δημοψήφισμα που διοργανώνεται εσπευσμένα, ο Πούτιν υπογράφει την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία (d’Anieri, 2019 : 1).

Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, στην ανατολική Ουκρανία, οι αποσχιστικές δυνάμεις παίρνουν τον έλεγχο των διοικητικών κτιρίων στο Ντονέτσκ, στο Λουγκάνσκ και στο Χάρκοβο, και καλούν για τη διοργάνωση δημοψηφισμάτων για την ανεξαρτησία των περιοχών αυτών. Εάν οι ουκρανικές αρχές ξαναπαίρνουν γρήγορα τον έλεγχο στο Χάρκοβο, δεν καταφέρνουν ωστόσο να ανακτήσουν τις αποσχιστικές περιοχές του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ και η αντεπανάσταση κινδυνεύει να επεκταθεί και σε άλλες πόλεις στα νοτιοανατολικά. Η ουκρανική κυβέρνηση απαντάει στη δημιουργία των λαϊκών δημοκρατιών του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ (οι οποίες κηρύσσουν την ανεξαρτησία τους τον Μάη) με το ξεκίνημα μιας “αντιτρομοκρατικής επιχείρησης” (ΑΤΟ) με μάχες που θα διαρκέσουν έως το Φλεβάρη του 2015, ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας του Μινσκ 2. Ακόμα και αν η συμφωνία αυτή συμβάλλει σε σημαντική μείωση της έντασης των μαχών, γνωρίζει ωστόσο, όπως είναι γνωστό, την ίδια αποτυχία με την πρώτη συμφωνία του Σεπτέμβρη 204. Πριν από την εισβολή του Φλεβάρη 2022, ο πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει πάνω από 13.000 νεκρούς και σχεδόν 2 εκατομμύρια πρόσφυγες (Melnyk, 2022).

Τα ερωτήματα που τίθενται συνήθως, σε σχέση με τα γεγονότα σχετικά με τη φύση της σύγκρουσης στο Ντονμπάς και το αναπόφευκτο της εκτύλιξής τους, είναι: Επρόκειτο άραγε για εμφύλιο πόλεμο ή μήπως για ρωσικό επιθετικό πόλεμο κατά της Ουκρανίας, που θα μπορούσε εξαρχής να χαρακτηριστεί και ενδοϊμπεριαλιστικός; Και δεύτερον, η συνέχιση του πολέμου στο Ντονμπάς και η εισβολή μεγάλης κλίμακας στην Ουκρανία θα μπορούσαν άραγε να είχαν αποφευχθεί εάν είχαν πραγματικά εφαρμοστεί οι συμφωνίες του Μινσκ;

Εάν ψάχναμε μια καθαρά εμπειρική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, είναι αναμφίβολο ότι ο πόλεμος στο Ντονμπάς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εμφύλιος πόλεμος, στο μέτρο που ένα τμήμα των κατοίκων του συμμετέχει πράγματι στην αρχή στις διαδηλώσεις κατά του Μαϊντάν και κατόπιν στο φιλορωσικό αποσχιστικό κίνημα. Το γεγονός ότι οι αντιμαχόμενες πλευρές μπόρεσαν να έχουν εξωτερική στήριξη δεν αλλάζει την ισχύ του χαρακτηρισμού αυτού: οι εμφύλιοι πόλεμοι γενικά συνεπάγονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και εξωτερικές παρεμβάσεις. Όμως, από πολιτική άποψη, το διακύβευμα ξεπερνάει πολύ γρήγορα τη διάσταση ενός απλώς εμπειρικού ή θεωρητικού ζητήματος και μετατρέπεται σε θέμα τοποθέτησης, καθώς υπάρχουν αντίστοιχες ευθύνες οι οποίες με τη σειρά τους καθορίζουν τη λήψη πολιτικών στάσεων απέναντι στη σύγκρουση στο Ντονμπάς (Marples, 2022 : 2 ; Goujon, 2021 : 79). Ο όρος “εμφύλιος πόλεμος” για να περιγραφεί αυτό που γίνεται συμμετέχει έτσι στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της ρωσικής προπαγάνδας. Από την πλευρά της Ουκρανίας, όπως και των ευρωπαϊκών θεσμών, παρόλο που αναγνωρίζουν και τη συμμετοχή τοπικών πληθυσμών στο αποσχιστικό κίνημα, ο όρος “εμφύλιος πόλεμος” αντίθετα παραμερίζεται. Ο πόλεμος στο Ντονμπάς χαρακτηρίζεται ήδη από το 2014 (και επισήμως από το 2018) ως “ρωσικός επιθετικός πόλεμος”, για να υπογραμμιστούν, όχι μόνο η στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας σε έναν εμφύλιο πόλεμο που είχε ήδη ξεκινήσει, αλλά και κυρίως ο καθοριστικός της ρόλος στο έναυσμά του (Cherviatsova, 2022 : 29). Έτσι, δεν αποσιωπάται το ότι τμήματα του τοπικού πληθυσμού εντάχθηκαν στους αποσχιστές, αλλά θεωρούνται ως απλώς μαριονέτες του Κρεμλίνου.

Το αποσχιστικό κίνημα : ποιά είναι η εμπλοκή της Ρωσίας ;

Στην πραγματικότητα, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι και τα δύο στοιχεία είναι παρόντα και ότι το ζήτημα πρέπει να επικεντρωθεί στη σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές διαστάσεις της σύγκρουσης. Είναι σίγουρο πως το αποσχιστικό κίνημα δεν θα μπορούσε να είχε ριζώσει αν δεν διέθετε ένα ελάχιστο στήριγμα από τους τοπικούς πληθυσμούς ή μάλλον χωρίς την έλλειψη στήριξης στην εξουσία μετά το Μαϊντάν και στην επιχείρηση απελευθέρωσης του Ντονμπάς που ξεκίνησε η ουκρανική κυβέρνηση την Άνοιξη του 2014. Δεν υπάρχουν αξιόπιστες δημοσκοπήσεις στα εδάφη υπό αποσχιστικό έλεγχο. Αλλά πρέπει να θυμίσουμε ότι στα εδάφη αυτά, το Κόμμα των Περιφερειών και ο ηγέτης του Γιανουκόβιτς, που ο ίδιος προέρχεται από το Ντονέτσκ, είχε πάρει πάνω από το 80% των ψήφων στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2010. Ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, που ο ίδιος είναι κατά πλειοψηφία ρωσόφωνος, θεωρεί τον εαυτό του ως “εθνικά Ρώσο”, συμμερίζεται αισθήματα νοσταλγίας για την ΕΣΣΔ -τόσο για τις θετικές κοινωνικοοικονομικές της πλευρές όσο και για τις συντηρητικές κοινωνικοπολιτικές της πλευρές-, ενώ και το σύνολο της περιοχής αυτής εξαρτάται, σε οικονομικό επίπεδο, από τις σχέσεις με τη Ρωσία (Marples, 2022 : 3-4).

Τα γεγονότα του 2014 μπορούν έτσι να κατανοηθούν ως η κατάληξη μιας διαδικασίας όπου, κατά την προηγούμενη δεκαετία, οι ταυτοτικοί και οι πραγματικοί οικονομικοί διαχωρισμοί επενδύθηκαν και εργαλειοποιήθηκαν πολιτικά από διαφορετικές φράξιες του ουκρανικού κεφαλαίου. Η όξυνση των διαχωρισμών αυτών επέτρεπε στην κάθε μία από τις φράξιες αυτές να αναδειχθεί μέσα από το εκλογικό παιχνίδι και να σπρώξει σε δεύτερο πλάνο τις κοινές κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές ανησυχίες των λαϊκών τάξεων σε όλες τις περιοχές της Ουκρανίας. Δεν συνέβαινε αυτό από πάντα. Η εθνο-πολιτιστική και γλωσσική θεματική γίνεται πολιτικά κεντρική μόνο μετά τις εκλογές του 2004, στις οποίες αντιπαρατάχθηκαν ο Βικτόρ Γιανουκόβιτς και ο Βικτόρ Γιουσένκο. Και την ίδια στιγμή, μάλιστα, είναι που περιθωριοποιείται το κομμουνιστικό κόμμα ως ανεξάρτητη οργάνωση της πολιτικής ζωής εντασσόμενο σε συνασπισμό με το Κόμμα των Περιφερειών. Από το 2004 και μετά, η ουκρανική πολιτική ζωή θα είναι πλέον και μόνιμα δομημένη σύμφωνα με το διαχωρισμό ανάμεσα, από τη μια πλευρά, στο εθνικό-δημοκρατικό στρατόπεδο, φιλελεύθερο και φιλοευρωπαϊκό, με διεκδίκηση μιας δυτικοουκρανικής ταυτότητας, και, από την άλλη, στο πατερναλιστικό, ρωσόφωνο, φιλορώσικο στρατόπεδο, με διεκδίκηση μιας νοτιοανατολικοουκρανικής ταυτότητας. Ο διαχωρισμός αυτός παίρνει επίσης τη μορφή μιας πάλης γύρω από την ιστορική μνήμη: οι μεν διεκδικούν το κίνημα εθνικής απελευθέρωσης, γύρω από τη μορφή του Μπαντέρα ως εθνικού ήρωα, ενώ οι άλλοι προβάλλουν το “Μεγάλο πατριωτικό αγώνα” κατά του φασισμού. Το κάθε ένα από τα στρατόπεδα αναπτύσσει μια διαβολική εικόνα για το άλλο: οι Δυτικοουκρανοί στιγματίζονται ως οι κληρονόμοι των συνεργατών των ναζί και οι Ανατολικοουκρανοί ως οι νοσταλγοί του σταλινισμού, που ευθύνεται για το θάνατο πολλών εκατομμυρίων Ουκρανών στο μεγάλο λιμό της δεκαετίας του 1930. Η τοπική αυτή δυναμική συνοδεύεται, σε γεωπολιτικό επίπεδο, από μια αύξηση των εντάσεων ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση, που τελικά θα κρυσταλλωθούν προνομιακά γύρω από το ουκρανικό ζήτημα (Gorbach, 2022).

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η πλειονότητα του πληθυσμού του Ντονμπάς ήταν ενάντια στην υπογραφή συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών με την Ευρωπαϊκή Ένωση (55,2% “όχι”) και υπέρ της Τελωνειακής Ένωσης (64,5% “ναι”). Σύμφωνα με μία δημοσκόπηση του Δεκεμβρίου 2013, το 13% των ερωτώμενων δήλωναν ότι υποστηρίζουν το Ευρωμαϊντάν, ενώ το 81% δήλωναν ότι δεν το υποστηρίζουν (Risch, 2022 : 10-11). Η πλειοψηφική στάση των κατοίκων του Ντονμπάς απέναντι στο Μαϊντάν πήγαινε από την αδιαφορία ώς την εχθρότητα, το οποίο ενισχυόταν και από την ταξική περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζονταν από τους φιλο-Μαϊντάν.

Ωστόσο, το Μαϊντάν διέθετε τη δυναμική μιας ενοποίησης όχι μόνο των αστικών δημοκρατικών δυνάμεων, αλλά και των λαϊκών τάξεων όλης της χώρας γύρω από κοινές διεκδικήσεις. Παρόλο που ήταν λιγότερο μαζικές, ωστόσο φιλο-Μαϊντάν διαδηλώσεις υπήρξαν και στο Ντονμπάς, διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς, κατά των καταχρήσεων του αστυνομικού κράτους και του αποδιοργανωμένου δικαστικού συστήματος, καθώς και για αξίες που συνδέονταν -καλώς ή κακώς- με την Ευρώπη, όπως η δημοκρατία, ο σεβασμός του νόμου, πολιτικά δικαιώματα, ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και για αυξήσεις στους μισθούς και στο επίπεδο ζωής. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή πνίγηκε, από τη μια μεριά από την είσοδο στο κίνημα των ομάδων της άκρας δεξιάς που επικαθόρισε το Ευρωμαϊντάν στο Κίεβο με μια εθνικιστική ατζέντα και, από την άλλη, από την προσπάθεια των τοπικών αρχών στα ανατολικά να δυσφημίσουν το κίνημα (Risch, 2022 ; Diagtiar, 2014). Όπως και στο Κίεβο, οι τοπικοί εκπρόσωποι του κόμματος στην εξουσία απάντησαν με τη συγκρότηση πολιτοφυλακών για να εκφοβίσουν, να δυσφημίσουν και να διαλύσουν τους διαδηλωτές. Και, όπως και στο Κίεβο, οργάνωσαν και χρηματοδότησαν αντιδιαδηλώσεις κατά του Μαϊντάν και υπέρ της κυβέρνησης. Τέλος, η ριζοσπαστικοποίηση των διαδηλώσεων στο Κίεβο που οδήγησαν στην ανατροπή του καθεστώτος, καθώς και η κατάργηση από την προσωρινή κυβέρνηση του νόμου για τις περιφερειακές γλώσσες που είχε υιοθετηθεί δύο χρόνια νωρίτερα, ενίσχυσαν την ιδέα, που την πρόβαλαν κυρίως τα ΜΜΕ, ότι οι ουκρανοί εθνικιστές θα δημιουργούσαν χάος στο Ντονμπάς, θα καταπίεζαν τους ρωσόφωνους πληθυσμούς και, με το ριζικά φιλοευρωπαϊκό επαναπροσανατολισμό της χώρας, θα απειλούσαν τις κοινωνικοοικονομικές ισορροπίες της περιοχής.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εξαρχής υπήρχε μια πλατιά λαϊκή κινητοποίηση για ανεξαρτησία των περιοχών αυτών ή και για την προσάρτησή τους στη Ρωσία και ότι η κριτική του Μαϊντάν αναγκαστικά θα οδηγούσε σε εμφύλιο πόλεμο. Οι αποσχιστικές και πανρωσικές οργανώσεις (“Δημοκρατία του Ντονέτσκ”, “Λέσχη των οπαδών της Νοβοροσίγια”, “Ρώσικος Συνασπισμός”, κλπ.) ήταν πολύ περιθωριακές πριν το 2014. Έως το Φλεβάρη του 2014, οι διαδηλώσεις τους, για να καταδικάσουν το φασιστικό πραξικόπημα, για να καλέσουν στη στήριξη της ρώσικης ορθόδοξης Εκκλησίας και για την προσάρτηση του Ντονμπάς στη Ρωσία, δεν μάζευαν παρά μόνο μερικές δεκάδες άτομα (Risch, 2022 : 17). Η διάδοση της αποσχιστικής θεματικής ήταν πολύ περισσότερο έργο των τοπικών ελίτ και ορισμένων πολύ μειοψηφικών αποσχιστικών δυνάμεων, που με τη στήριξη της Ρωσίας μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν τη διάχυτη λαϊκή δυσαρέσκεια κατά της νέας κυβέρνησης. Οι συνεντεύξεις με προερχόμενους από τις αποσχιστικές περιοχές μαρτυρούν κυρίως ένα αίσθημα ανημπόριας, μια αίσθηση ότι ήταν όμηροι γεωπολιτικών παιχνιδιών που τους ξεπερνούν, μια αγανάκτηση ενάντια σε όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές και μια βαθιά επιθυμία για επιστροφή στην ειρήνη (Gritsiuk, 2020). Η αντίθεση είναι πολύ εντυπωσιακή αν συγκρίνουμε αυτό το χαμηλό επίπεδο λαϊκής κινητοποίησης με τη σημερινή αντίσταση των Ουκρανών απέναντι στη ρωσική εισβολή, καθώς το 98% των ανθρώπων που ερωτώνται στις τελευταίες δημοσκοπήσεις δηλώνουν ισχυρή στήριξη στον ουκρανικό στρατό1.

Μπορούμε επομένως να πούμε ότι, χωρίς την παρέμβαση της Ρωσίας, η καχυποψία των πληθυσμών του Ντονμπάς απέναντι στην επανάσταση του Μαϊντάν ασφαλώς και δεν θα είχε μετατραπεί σε εμφύλιο πόλεμο:

Πρώτα-πρώτα ήταν ο τεράστιος ρόλος που έπαιξε η ρωσική προπαγάνδα για την παρουσίαση του Μαϊντάν σαν φασιστικό πραξικόπημα που θα είχαν ενορχηστρώσει οι ΗΠΑ. Τα ρωσικά μίντια και αυτά που ελέγχουν οι φιλορώσικες τοπικές ελίτ, κύριες πηγές πληροφόρησης για τους τοπικούς πληθυσμούς, διέδωσαν όλων των ειδών τις ψεύτικες ειδήσεις και φήμες σε σχέση με τη μοίρα που θα είχαν οι ρωσόφωνοι πληθυσμοί από τη νέα εξουσία του Κιέβου: ότι οι ρωσόφωνοι θα απολύονταν από τα πόστα τους στις δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις ή και θα εξορίζονταν από τη χώρα, ότι οι “μπαντεριστές” θα έρχονταν στο Ντονμπάς να σπείρουν τον τρόμο και τη βία, ότι τα ανθρακωρυχεία του Ντονμπάς θα έκλειναν οριστικά και θα γίνονταν αποθηκευτικοί χώροι για τα ραδιενεργά απόβλητα των ευρωπαϊκών χωρών, ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιούσαν την Ουκρανία ως πολεμική βάση ενάντια στη Ρωσία. Στην πολιτική κρίση του Χειμώνα – Άνοιξης 2013-2014, η Ρωσία θεωρήθηκε όλο και περισσότερο ως εγγυήτρια ειρήνης και σταθερότητας (Risch, 2022 : 22-23).

Ήταν έπειτα η άμεση εμπλοκή των συμβούλων του Κρεμλίνου, όπως ο Σουρκόφ και ο Γλαζύρεφ, καθώς και των ρωσικών ειδικών δυνάμεων στις διαδηλώσεις κατά του Μαϊντάν και στην αποσχιστική εξέγερση με σημαία τη “ρωσική Άνοιξη”. Η τελευταία διοργανώθηκε στην αρχή από το ρώσο πολίτη Γκιρκίν – Στρελκόφ, ο οποίος αντικαταστάθηκε αργότερα από τον πολίτη του Ντονέτσκ Αλεξάντερ Ζακαρσένκο για να δοθεί μεγαλύτερη αξιοπιστία στην ηγεσία των νέων δημοκρατιών (Marples, 2022 : 3).

Τέλος, ήδη από τον Ιούνιο του 2014, η Ρωσία εμπλέκεται στον πόλεμο όχι μόνο με την αποστολή βαρέων όπλων προς τους τοπικούς αποσχιστές αλλά και με τη συμμετοχή ρώσικων ενόπλων δυνάμεων στις μάχες στο Ιλόβαϊσκ τον Αύγουστο 2014, στο Ντεμπάλτσεβε το Φλεβάρη 2015, κλπ. (Goujon, 2021 80). Η στρατιωτική αυτή επέμβαση έγινε ακριβώς τη στιγμή που ο ουκρανικός στρατός και τα εθελοντικά τάγματα ήταν έτοιμα να νικήσουν καθοριστικά τις αποσχιστικές δυνάμεις. Είναι η είσοδος του ρωσικού στρατού στον πόλεμο που ανατρέπει τους συσχετισμούς δύναμης, σπρώχνοντας τον Ουκρανό πρόεδρο Ποροσένκο να ξεκινήσει τη διαδικασία διαπραγματεύσεων και να υπογράψει εκεχειρία, τη γνωστή με το όνομα « συμφωνίες του Μινσκ ».

Οι συμφωνίες του Μινσκ: ένας αποτρεπτέος πόλεμος;

Πρέπει να θυμίσουμε ότι οι συμφωνίες του Μινσκ γίνονται σε μια στρατιωτική κατάσταση που είναι πολύ δυσμενής για την ουκρανική κυβέρνηση, σε μια στιγμή που η Ρωσία ανατρέπει την κατάσταση στο πολεμικό πεδίο και απειλεί να συνεχίσει τις εδαφικές της κατακτήσεις στα ανατολικά και νότια της Ουκρανίας με διακύβευμα τη δημιουργία ενός εδαφικού διαδρόμου από την Κριμαία προς την Υπερδνειστερία. Υπήρχε ήδη τη στιγμή εκείνη πραγματικός φόβος για εκτεταμένη εισβολή στη χώρα. Η Ουκρανία είναι έτσι αναγκασμένη να δεχτεί τους όρους των διαπραγματεύσεων. Για τη Ρωσία, ήταν ένα μέσον για να κρατήσει μια αποφασιστική επιρροή στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Ουκρανίας, γιατί με την απώλεια της Κριμαίας και ενός τμήματος του Ντονμπάς, η Ουκρανία έχασε και το εκλογικό της σώμα που ήταν περισσότερο στραμμένο προς τη φιλορώσικη ψήφο. Για να εξασφαλίσει τον έλεγχο της πρώην ημιαποικίας της, η Ρωσία είχε έτσι περισσότερο συμφέρον να επανενταχθούν στην Ουκρανία οι αποσχιστικές περιοχές με τον όρο της ομοσπονδιοποίησης της χώρας -καμία στρατηγική απόφαση δεν θα μπορούσε να παρθεί χωρίς τη συμφωνία όλων των μελών της ομοσπονδίας- παρά να αναγνωριστεί η ανεξαρτησία τους ή να προσαρτηθούν οριστικά στη Ρωσία, που οι ίδιοι οι αποσχιστές ωστόσο επιθυμούσαν.

Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται σε δύο στιγμές : το Σεπτέμβριο 2014 (Μινσκ 1) και, κατόπιν, το Φλεβάρη 2015 (Μινσκ 2). Οι συμφωνίες του Μινσκ περιλαμβάνουν πολλά σημεία, με ένα τμήμα για την ασφάλεια (ανακωχή, απόσυρση των βαρέων όπλων, ανταλλαγή αιχμαλώτων, αποκατάσταση των ουκρανικών συνόρων) και ένα πολιτικό τμήμα (αμνηστία όσων είχαν εμπλακεί στο αποσχιστικό κίνημα, συνταγματική μεταρρύθμιση της Ουκρανίας με καθιέρωση μιας αρχής αποκέντρωσης της εξουσίας, αναγνώριση ενός ειδικού καθεστώτος για τις περιοχές του Λουγκάνσκ και του Ντονέτσκ, διοργάνωση τοπικών εκλογών). Κανένα από τα σημεία των συμφωνιών αυτών δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Η αποτυχία τους εξηγείται από το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων στο πολιτικό ζήτημα. Η Ουκρανία απαιτεί οι τοπικές εκλογές να διοργανωθούν με βάση τον ουκρανικό νόμο και με εποπτεία από ανεξάρτητους διεθνείς οργανισμούς και αφού διαλυθούν και αποσυρθούν προηγουμένως όλοι οι παράνομοι στρατιωτικοί σχηματισμοί (αποσχιστικές δυνάμεις, μισθοφόροι και τακτικός ρωσικός στρατός) και ανακτήσει η Ουκρανία τον έλεγχο των συνόρων της. Ο Πούτιν, από τη μεριά του, θέλει η διαδικασία να αρχίσει με τις τοπικές εκλογές και τη συνταγματική μεταρρύθμιση. Το άλλο σημείο διαφωνίας αφορούσε την αμνησία για τους ηγέτες των αποσχιστικών δημοκρατιών και την αναγνώριση ειδικού καθεστώτος για το Ντονμπάς. Το καθεστώς αυτό συνεπαγόταν ότι οι περιοχές θα μπορούσαν να έχουν αυτόνομη πολιτική οικονομική, κοινωνική, γλωσσική και πολιτιστική, να διορίζουν τις εισαγγελικές τους αρχές και να έχουν ανεξάρτητα όργανα δικαιοσύνης, καθώς και να διαθέτουν τις δικές τους « λαϊκές πολιτοφυλακές ». Το κείμενο επίσης άφηνε να εννοηθεί ότι η κεντρική κυβέρνηση πρέπει να συμβάλει στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των περιοχών του Λουγκάνσκ και του Ντονέτσκ και της Ρωσίας. Συγκεκριμένα, το κείμενο των συμφωνιών είχε ως στόχο να νομιμοποιήσει το status quo : οι τωρινοί αποσχιστές ηγέτες θα γίνονταν οι επίσημοι εκπρόσωποι της ουκρανικής εξουσίας στις κατεχόμενες περιοχές, τα στρατιωτικά τους τμήματα θα διατηρούνταν και θα αναλάμβαναν επισήμως τον έλεγχο των ρωσο-ουκρανικών συνόρων.

Με τη μορφή αυτή, οι συμφωνίες του Μινσκ δεν μπορούσαν να χωνευτούν από την ουκρανική κοινωνία. Το πολύ -πολύ που εξασφάλιζαν ήταν ένα προσωρινό πάγωμα της σύγκρουσης. Ήταν σαφές ότι για τη Ρωσία, ο στόχος ήταν να χρησιμοποιηθούν οι συμφωνίες ως ένα διαρκές εργαλείο ανάμειξης στις ουκρανικές υποθέσεις, έτσι ώστε να εμποδιστεί η χώρα να διεξάγει ανεξάρτητη εξωτερική και εσωτερική πολιτική και να εμποδιστούν και νέες λαϊκές εξεγέρσεις ενάντια στους τοπικούς ιμάντες μεταβίβασης της νεοαποικιακής της κυριαρχίας. Εξάλλου, οι συμφωνίες αυτές δεν έδιναν και καμία λύση στο πρόβλημα της Κριμαίας (Cherviatsova, 2022). Η εφαρμογή των συμφωνιών από την ουκρανική εξουσία θα είχε ασφαλώς οδηγήσει σε νέα πολιτική κρίση, σε νέο Μαϊντάν που θα οργανωνόταν αυτή τη φορά από τις πιο αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις. Από την άποψη της realpolitik, μπορεί πάντα να πει κανείς ότι η ουκρανική κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε αποφύγει τον πόλεμο κάνοντας παραχωρήσεις στη Ρωσία. Αλλά μια τέτοια διατύπωση θα ισοδυναμούσε με το να εγκαλείται το θύμα και με την αποδοχή του ότι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπορούν να υπαγορεύουν με τα όπλα τους στους λαούς τους όρους της υποταγής τους.

ΙΙ. Πολιτική και κοινωνική ζωή στην Ουκρανία, 2014 με 2022

Εκλογική εναλλαγή και νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις

Σε αυτό το πλαίσιο πολέμου και αδιεξόδου των διαπραγματεύσεων, η θητεία του Πέτρο Ποροσένκο χαρακτηρίζεται από έρπουσα πορεία προς τα δεξιά της εγχώριας πολιτικής και από ενίσχυση ενός στρατιωτικοποιημένου λόγου ως απάντηση στη ζήτηση του πιο εθνικιστικού τμήματος της κοινωνίας των πολιτών μετά το Μαϊντάν. Ο Ποροσένκο δήλωνε τη θέλησή του να πάει τον πόλεμο ώς την ανάκτηση της Κριμαίας, να συνεχίσει την αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών και να προωθήσει την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Τον Απρίλιο του 2019, ωστόσο, είναι ο Βολοντιμίρ Ζελένσκι που κερδίζει το δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών με πάνω από 73 % των ψήφων και το κόμμα του, Υπηρέτης του λαού, από το όνομα της περίφημης τηλεοπτικής σειράς στην οποία οφείλει τη δημοφιλία του ο Ζελένσκι, πετυχαίνει την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, με το 43 % των ψήφων. Η εκλογική καμπάνια του Ζελένσκι στηρίχτηκε, κλασικά, σε συνθήματα κατά των ολιγαρχών και κατά της διαφθοράς και ένα τμήμα της νίκης του μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι παρουσιάστηκε ως ένας « αντισυστημικός » υποψήφιος απέναντι στον προηγούμενο πρόεδρο που, για μια ακόμα φορά, είχε επωφεληθεί από τη θητεία του για να αυξήσει σημαντικά την περιουσία του. Αλλά ο Ζελένσκι επίσης κατέβηκε και με την υπόσχεση να τελειώσει τη σύγκρουση στο Ντονμπάς. Οι Ουκρανοί και οι Ουκρανές απέρριψαν, έτσι, σαφώς με την ψήφο τους αυτήν το συντηρητικό εθνικιστικό πρόγραμμα του Ποροσένκο, του οποίου η καμπάνια είχε για σύνθημα το « Στρατός, Γλώσσα, Πίστη ».

Στο θέμα του Ντονμπάς, ο Ζελένσκι τελικά αναγκάστηκε να διατηρήσει την πορεία του προκατόχου του, καθώς βρέθηκε εν μέσω δύο πυρών : από τη μια, το Κρεμλίνο δεν έδειξε καμία διάθεση να κάνει παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις και, από την άλλη, το εθνικό φιλελεύθερο τμήμα της ουκρανικής κοινωνίας των πολιτών αρνήθηκε να δεχτεί ένα σενάριο υποχώρησης απέναντι στη Ρωσία και στους αποσχιστές. Άρχισε τη θητεία του με μια ανταλλαγή αιχμαλώτων και με απόσυρση των ουκρανικών στρατευμάτων από ορισμένες πόλεις στα σύνορα με τις αποσχιστικές Δημοκρατίες. Αλλά η επάνοδος σε διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία, με την ευκαιρία της συνάντησης Ζελένσκι και Πούτιν στο Παρίσι το Δεκέμβριο του 2019, προσκρούει σε διαδηλώσεις στο Κίεβο με τη στήριξη των κομμάτων της εθνικιστικής αντιπολίτευσης, τους συνδέσμους παλαιών πολεμιστών και τις ομάδες της άκρας δεξιάς. Σε αυτό το νέο γύρο των διαπραγματεύσεων, ο Ζελένσκι δεν καταφέρνει να πετύχει οι τοπικές εκλογές στο Ντονμπάς να ακολουθήσουν την προηγούμενη διάλυση των αποσχιστικών πολιτοφυλακών, την απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων και την επάνοδο των ανατολικών συνόρων με τη Ρωσία στον έλεγχο της Ουκρανίας. Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται και πάλι σε αδιέξοδο, από το οποίο το Κρεμλίνο αποφασίζει να βγει με το δρόμο της κλιμάκωσης, εισβάλλοντας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Στο εσωτερικό πεδίο, ο Ζελένσκι επίσης συνεχίζει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του προκατόχου του, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Με την κρίσιμη αλλαγή του γεωπολιτικού προσανατολισμού αλλάζει σιγά-σιγά και η δομή της ουκρανικής οικονομίας, με το τμήμα της βιομηχανικής παραγωγής που παραδοσιακά εξαγόταν προς της Ρωσία να μειώνεται και, ταυτόχρονα, να αυξάνεται το τμήμα των πρώτων υλών και της αγροτικής παραγωγής που εξάγεται προς την Ευρώπη (Kravchuk, 2016 ; Kravchuk, 2018). Αλλά η ουκρανική οικονομία κυρίως είναι υπερχρεωμένη και εξαρτάται μαζικά από τα δάνεια του ΔΝΤ που χορηγούνται έναντι μέτρων λιτότητας.

Το Μάρτιο του 2015, το ΔΝΤ χορηγεί στην Ουκρανία ένα δάνειο 16 δις ευρώ στο φόντο της οικονομικής κρίσης στην οποία βυθίζεται η χώρα μετά τα γεγονότα του Μαϊντάν και την αρχή της σύγκρουσης στο Ντονμπάς. Οι όροι του δανείου περιλαμβάνουν παραδοσιακά μια σειρά από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με μείωση των δημοσίων δαπανών (Dutchak et alii, 2018). Μεταξύ των μεταρρυθμίσεων αυτών, είναι η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου για τον πληθυσμό, η μείωση του αριθμού των θέσεων στη δημόσια διοίκηση, η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης (Chernina, 2017a). Η μεταρρύθμιση της υγείας προβλέπει να αλλάξει ο τρόπος χρηματοδότησης των οργανισμών υγείας, σύμφωνα με τις αρχές της αυτοχρηματοδότησης και της κερδοφορίας, πλήττοντας έτσι την αρχή της δωρεάν και καθολικής περίθαλψης που έχει κληρονομηθεί από τη Σοβιετική Ένωση (Chernina, 2017b ; Chernina, 2020). Από την πλευρά του χρήστη, η μεταρρύθμιση προβλέπει επίσης και τη γενίκευση της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας. Στην εκπαίδευση, οι μεταρρυθμίσεις που ξεκινούν το 2014 εμπλέκουν τον « εξορθολογισμό » του συστήματος με μείωση του αριθμού των πανεπιστημίων και των σχολείων μέσα από κλείσιμο και ομαδοποιήσεις, με αξιοθρήνητες επιπτώσεις στην πρόσβαση στην εκπαίδευση σε χωριά και στις μικρές πόλεις. Η μεταρρύθμιση του συστήματος υποτροφιών μειώνει των αριθμό των φοιτητών που μπορούν να έχει πρόσβαση σε αυτό. Όπως και στη σφαίρα της υγείας, ενθαρρύνεται η αρχή της αυτονομίας των πανεπιστημίων (Muliavka, 2016 ; Chernina, 2017c). Τέλος, η κυβέρνηση Ζελένσκι περνάει ένα νόμο για να βάλει τέλος στην απαγόρευση πώλησης των αγροτικών γαιών που υπήρχε από την πτώση της ΕΣΣΔ. Η δημιουργία μιας πραγματικής αγοράς αγροτικών γαιών ανοιχτής στους ξένους επενδυτές ήταν ένας όρος από παλιά των πιστωτών της Ουκρανίας, αλλά αυτή ποτέ δεν το εφάρμοσε πριν το 2021 (Soroka, 2019).

Μερικές από τις μεταρρυθμίσεις αυτές είχαν ήδη ξεκινήσει εν μέρει, ενώ άλλες απλώς σχεδιάζονταν, από τις κυβερνήσεις πριν το Μαϊντάν. Η Ουκρανία δανείζεται από το ΔΝΤ, ήδη από τη δεκαετία του 1990, αλλά στην πράξη καμία κυβέρνηση δεν εφάρμοσε ποτέ όλους τους όρους από φόβο μιας κατάστασης κοινωνικών εκρήξεων. Η πολιτική κρίση του 2014 και ο πόλεμος στο Ντονμπάς άνοιξαν, επί τέλους, το δρόμο για τις μεταρρυθμίσεις αυτές, επιτρέποντας να παρουσιαστούν ως αναπόφευκτες, ως τμήμα της πολεμικής προσπάθειας και της προσπάθειας για ευρωπαϊκή ένταξη.

Η κατάσταση των ανθρώπων που μετακινούνται από το Ντονμπάς

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2001, υπήρχαν 7,3 εκατομμύρια κάτοικοι (15 % του ουκρανικού πληθυσμού) στις περιοχές του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ. Ο πόλεμος την Άνοιξη του 2014 οδήγησε σε 2 εκατομμύρια πρόσφυγες. Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές του 2019, οι 1,38 εκατομμύρια άνθρωποι που μετακινήθηκαν καταγράφηκαν στην Ουκρανία και πολλές εκατοντάδες χιλιάδες στη Ρωσία. Επισήμως, η πλειοψηφία των μετακινηθέντων διέμενε πριν το Φλεβάρη του 2022 στα εδάφη που έλεγχε η ουκρανική κυβέρνηση στις περιοχές του Ντονέτσκ (488.000) και του Λουγκάνσκ (217.000), καθώς και στην πρωτεύουσα (149.000). Στην πράξη, ένα μεγάλο τμήμα των μετακινηθέντων, από τους οποίους η πλειονότητα είναι γυναίκες και συνταξιούχοι, επέστρεψε στα κατεχόμενα εδάφη εξαιτίας των δυσκολιών να βρουν στέγη, δουλειά, να έχουν πρόσβαση στα κοινωνικά επιδόματα, κλπ. Η θέση του εγχώριου πρόσφυγα τους επέτρεπε να συνεχίσουν να παίρνουν τα ουκρανικά τους επιδόματα και συντάξεις παρουσιαζόμενοι επί τόπου κάθε μήνα. Μόνο το Μάη του 2019, έτσι, 1,2 εκατομμύρια άνθρωποι πέρασαν τη διαχωριστική γραμμή και προς τις δύο κατευθύνσεις (Gyidel, 2022 : 111).

Το ουκρανικό κράτος απέτυχε να προβλέψει την προσφυγική κρίση : έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στο Ντονμπάς, εξακολουθούσε να μην υπάρχει κανένα νομικό πλαίσιο για την υποδοχή των μετακινούμενων ανθρώπων. Ο νόμος που καθορίζει τη νομική θέση των μετακινούμενων ψηφίστηκε μόνο στα τέλη του Οκτώβρη 2014. Η θέση αυτή επέτρεπε την πρόσβαση σε χρηματική βοήθεια -κατά πολύ ανεπαρκή για τη διαβίωση2- και σε ειδικευμένες κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά επίσης περιόριζε ταυτόχρονα τα πολιτικά δικαιώματα : οι μετακινηθέντες δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές, με δικαιολογία ότι είναι προσωρινή η θέση τους. Παρά τη διάθεση ενός ορισμένου αριθμού προσωρινών σπιτιών, που γρήγορα θα γίνουν γκέτο, ήταν πλήρης η αποτυχία να δοθούν σπίτια για μόνιμη διαβίωση : μόνο 63 οικογένειες από το 1,2 εκατομμύρια μετακινηθέντων μπόρεσαν να εγκατασταθούν σε τέτοια. Η εγκατάλειψη των προσφύγων του Ντονμπάς από το κράτος συνοδεύτηκε και με το στιγματισμό τους από τα μίντια και με μια καχυποψία από ένα τμήμα του ουκρανικού πληθυσμού απέναντι σε δυνητικούς « αποσχιστές » που έφτασαν να μεταφραστούν ενίοτε ακόμα και σε διακρίσεις στην απασχόληση και στην αγορά στέγης (Gyidel, 2022).

Ταυτόχρονα, δεκάδες οργανώσεις εθελοντών, μεταξύ των οποίων και οργανώσεις που στήθηκαν από τους ίδιους τους πρόσφυγες, όπως η Vostok SOS, συγκροτήθηκαν για να αναπληρώσουν τις κρατικές λειτουργίες : ανθρωπιστική βοήθεια, βοήθεια στην αναζήτηση στέγης, εργασίας, συνοδεία στα διοικητικά αιτήματα, νομική υποστήριξη (Kozlovska, 2014). Γενικότερα, το Μαϊντάν είχε ως επίπτωση να πάρουν σημαντικές πρωτοβουλίες οι ίδιοι οι πολίτες στο πλαίσιο της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το κράτος και της διαπίστωσης της ανικανότητάς του να λύσει τα επείγοντα ανθρωπιστικά προβλήματα. Σε αυτό το επίπεδο, επισημαίνεται μια αλλαγή σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Απέναντι στην απόσυρση του κοινωνικού κράτους, η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίζεται πολύ περισσότερο από ατομικές στρατηγικές αποπολιτικοποιημένης επινοητικότητας, που περιορίζονταν στους στενούς κύκλους της ιδιωτικής ζωής, ενώ η εποχή μετά το Μαϊντάν χαρακτηρίζεται από τη συγκρότηση ενός πλατιού δικτύου πρωτοβουλιών αλληλεγγύης από πολίτες στην κλίμακα της κοινωνίας ολόκληρης.

Σημαντικές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης αναδύονται επίσης για τη στήριξη των μαχητών και των παλαιών πολεμιστών στο Ντονμπάς. Τη στιγμή που εξεράγη η σύγκρουση, ο ουκρανικός στρατός ήταν εξαιρετικά φτωχός, κακοεξοπλισμένος και κακοκαταρτισμένος. Τον Απρίλιο του 2014, μόνο το 4 % των στρατιωτών διαθέτει το βασικό εξοπλισμό προστασίας, όπως κράνη και αλεξίσφαιρα γιλέκα. Για να καλυφθεί η κατάσταση αυτή, πάνω από τριάντα τάγματα εθελοντών συγκροτούνται για να ενισχύσουν τον τακτικό στρατό. Τη στιγμή εκείνη, η ίδια η ύπαρξη των ταγμάτων αυτών στηρίζεται αποκλειστικά σε εθελοντικές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, οι οποίες προσφέρουν στολές, εξοπλισμό και μέσα επιβίωσης στους μαχητές (Stepaniuk, 2022). Οι πρακτικές αυτές αλληλεγγύης επεκτάθηκαν σήμερα : εάν η δυτική βοήθεια συνίσταται κυρίως σε βαριά όπλα, ο στρατός και οι εδαφικές δυνάμεις άμυνας εξακολουθούν να εξαρτώνται από τη μαζική κινητοποίηση των πολιτών, για την αγορά στοιχειώδους εξοπλισμού προστασίας, για φάρμακα, για δρόνους, αυτοκίνητα, κλπ.

Το πρόβλημα της άκρας δεξιάς

Το ζήτημα των ταγμάτων εθελοντών μας πάει, φυσικά, στο ζήτημα της άκρας δεξιάς μέσα στον ουκρανικό στρατό, με το τάγμα « Αζόφ » να έχει συγκεντρώσει μια δυσανάλογη μιντιακή προσοχή τόσο στα ρωσικά μίντια όσο και στη δυτική αντιιμπεριαλιστική φιλολογία. Το ερώτημα αυτό έχει αποκτήσει κατεξοχήν διάσταση πολιτικής τοποθέτησης. Η εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου παρουσιάστηκε από τον Πούτιν ως εκστρατεία αποναζιστικοποίησης, στη συνέχεια των θέσεων για « φασιστικό πραξικόπημα », που καλλιεργήθηκε ήδη από το 2014 για να δυσφημίσει τη λαϊκή εξέγερση κατά του Γιανουκόβιτς με πρόφαση την παρουσία ομάδων της άκρας δεξιάς στις διαδηλώσεις.

Ένα τμήμα της διεθνούς αριστεράς δυστυχώς υιοθέτησε με άκριτο τρόπο την προπαγανδιστική ρητορική του πουτινικού καθεστώτος. Όμως, όταν αναζητούμε τη διεθνή αλληλεγγύη προς την ουκρανική αντίσταση, υπάρχει συχνά η τάση υπερβολής προς την άλλη κατεύθυνση, φτάνοντας έως και στην άρνηση της ύπαρξης ακροδεξιάς στην Ουκρανία ή, έστω, σε μια υποτίμηση της έκτασης των δικτύων της μέσα στην κοινωνία και στους θεσμούς. Μια τέτοια στρατηγική αντιπροπαγάνδας, που την έχουν υιοθετήσει οι εθνικο-φιλελεύθερες δυνάμεις, δεν πρέπει να είναι η δική μας. Το ζήτημα είναι να έχουμε μια ρεαλιστική εικόνα όλων των συνιστωσών της ένοπλης αντίστασης, χωρίς ασφαλώς να εξαρτήσουμε τη στήριξή μας προς την αντίσταση του ουκρανικού λαού από την επικράτηση μιας καθαρά ταξικής γραμμής στο εσωτερικό της. Η άνοδος της ακροδεξιάς αποτελεί σήμερα έναν μεγάλο κοινό μας κίνδυνο, τόσο στην Ουκρανία όσο και αλλού, και η γαλλική αριστερά έχει ασφαλώς τις καλύτερες προϋποθέσεις για να το καταλάβει αυτό. Για τη διεθνιστική αριστερά, που δεν χάνει την ελπίδα και την πεποίθηση της ανάγκης για μεγάλες κοινωνικές αλλαγές σε πλανητικό επίπεδο, το διακύβευμα δεν είναι να εγκαταλειφθούν οι Ουκρανοί και οι Ουκρανές, με τη δικαιολογία ότι θα υπήρχε μια χούφτα νεοναζί στις γραμμές του στρατού, αλλά πρέπει να σκεφτεί τον τρόπο με τον οποίο η αλληλεγγύη με το λαϊκό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, και ιδιαίτερα με το αντικαπιταλιστικό, συνδικαλιστικό, φεμινιστικό και αντιρατσιστικό της τμήμα, μπορεί να συμβάλει στην περιθωριοποίηση της άκρας δεξιάς και στην προετοιμασία του εδάφους για την ανάκαμψη των κοινωνικών αγώνων σε προοδευτικές βάσεις.

Για αυτό και πρέπει, καταρχάς, να κατανοήσουμε σε τί βασίζεται η ιδιομορφία της ακροδεξιάς στην Ουκρανία. Στο Μαϊντάν, οι ομαδούλες των νεοναζί αποτελούσαν μειονότητα, αλλά μια μειονότητα που ήταν η καλύτερα οργανωμένη και η πιο έτοιμη για τη βίαιη σύγκρουση με τις δυνάμεις της τάξης, πράγμα που τους απέδωσε μεγάλη ορατότητα στο εσωτερικό του κινήματος. Αλλά, αντίθετα από τη Γαλλία, η θεσμική ακροδεξιά δεν κατέγραψε εκλογική επιτυχία μετά το 2012. Το κόμμα Σβόμποντα έπεσε από το 12 % των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές του 2012 στο 4 % το 2014 και μετά στο 2 % το 2019. Αυτό εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι, στο μετα-Μαϊντάν πλαίσιο, όλος ο πολιτικός χώρος είχε σημαντικά μετακινηθεί προς τα δεξιά και ότι η πατριωτική εθνικιστική ρητορική, ίδια των ακροδεξιών κομμάτων, ήταν πλέον κοινός τόπος εξαιτίας της ρωσικής απειλής. Αλλά η εκλογική αυτή δυναμική αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την απουσία ηγεμονίας της άκρας δεξιάς στη σύγχρονη Ουκρανία, καθώς η ιδεολογία της έρχεται ανοιχτά σε σύγκρουση με τους φιλο-ευρωπαϊκούς προσανατολισμούς της πλειονότητας του στρατοπέδου του Μαϊντάν και με τις βαθιές ανησυχίες για πολιτική, οικονομική, κοινωνική δικαιοσύνη του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν οι διάφορες αυτές οργανώσεις βρίσκεται πολύ περισσότερο στον προσανατολισμό τους στη βία στους δρόμους και στην επέκταση των δικτύων τους μέσα στους κατασταλτικούς μηχανισμούς.

Να δώσουμε μερικά παραδείγματα :

  • « Αζόφ » δεν είναι μόνο το όνομα ενός τάγματος, είναι και το όνομα ενός δικτύου δομών και σχεδίων κάθε είδους : το 2016, σχηματίζει το Κόμμα του Εθνικού Κορμού, διαχειρίζεται τη δική του οργάνωση παλαιών πολεμιστών, κατέχει ολόκληρα αθλητικά τμήματα, κατασκηνώσεις καθώς και την παραστρατιωτική της οργάνωση « Εθνικές πολιτοφυλακές » (Gorbach, 2018).
  • Η οργάνωση S14 επίσης συγκρότησε και μια παραστρατιωτική ομάδα με το όνομα « Δημοτική πολιτοφυλακή », που χρηματοδοτήθηκε επισήμως από το δήμο του Κιέβου, ο οποίος της ανέθεσε, κατά την κρίση του Covid, ορισμένες λειτουργίες εποπτείας και διατήρησης της τάξης σε υποβοήθηση της δημοτικής αστυνομίας.
  • Σύμφωνα με τις εκθέσεις της ερευνητικής ομάδας Marker Monitoring Group, τα πρώτα θύματα της ακροδεξιάς βίας είναι οι φεμινίστριες και οι αγωνιστές του κινήματος ΛΟΑΤΚΙ+, καθώς και οι ακτιβιστές της άκρας αριστεράς. Οι οργανώσεις όπως η S14, ο Εθνικός Κορμός, ο Δεξιός Τομέας, επιτίθενται συστηματικά στις διαδηλώσεις της 8ης Μάρτη, στις πορείες Περηφάνειας, στις εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις για θέματα που τοποθετούνται αριστερά, κλπ. Πολλές είναι οι επιθέσεις ενάντια στην κοινότητα ρομά, στην εβραϊκή κοινότητα, κατά των μνημείων για το Ολοκαύτωμα, κατά των ανθρώπων που θεωρούνται « περιθωριακοί », ιδιαίτερα οι άστεγοι, οι πολιτικοί αντιφρονούντες και οι δημοσιογράφοι που θεωρούνται ως ανεπαρκώς πατριώτες, όλα αυτά μέσα σε μια σχετική αδιαφορία από την πλευρά των αστυνομικών δυνάμεων (Marker Monitoring Group, 2021 ; 2022).
  • Η ενεργητική συμμετοχή των ριζοσπαστικών εθνικιστών στην ένοπλη αντίσταση κατά της ρωσικής εισβολής συμβάλλει σε μια ιδεολογική αποδοχή των οργανώσεών τους. Αλλά, ταυτόχρονα, στο εσωτερικό των ενόπλων σχηματισμών που θεωρούνται ως νεοναζί, είναι μόνο μια μειονότητα αυτή που υιοθετεί πράγματι την ιδεολογία του πυρήνα τους. Όπως το δείχνουν οι έρευνες της Coline Maestracci, η οποία πήρε δεκάδες συνεντεύξεις από μαχητές του Αζόφ, τα άτομα που ήθελαν να ενταχθούν μετά το 2014, προσελκύστηκαν κυρίως από την αποτελεσματικότητα του τάγματος αυτού στην πάλη κατά της ρωσικής επίθεσης (Maestracci, 2022).

Η ουκρανική αριστερά απέναντι στον πόλεμο

Δεδομένης της περιπλοκής όλων των διακυβευμάτων, δεν είναι περίεργο που η ουκρανική αριστερά βρέθηκε η ίδια πολυδιασπασμένη απέναντι στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από το Νοέμβριο 2013 ώς την Άνοιξη του 2014 και κατόπιν. Αλλά πρέπει, πρώτα-πρώτα, να ορίσουμε για ποιές οργανώσεις μιλάμε, γιατί ορισμένα κόμματα που αναφέρονται σε αυτή την πολιτική οικογένεια έχουν χάσει από πολύ καιρό την οποιαδήποτε σχέση με μια προοπτική χειραφέτησης.

Αυτή είναι η περίπτωση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουκρανίας, του διαδόχου του σοβιετικού ΚΚ, το οποίο κατείχε ισχυρή θέση έως τις αρχές της δεκαετίας 2000. Το 1998, το ΚΚ παίρνει 25% στις βουλευτικές εκλογές και, το 1999, ο υποψήφιός του, Πέτρο Σιμονένκο, φτάνει στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών απέναντι στον Λεονίντ Κούτσμα. Μετά την κήρυξη ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, το κόμμα αυτό, ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ αντικαπιταλιστικό και προοδευτικό. Το πολύ-πολύ να έπαιζε με τη νοσταλγία της ΕΣΣΔ στο εκλογικό του σώμα, προωθώντας έναν κοινωνικό συντηρητισμό που, στη δεκαετία του 1990, μάζευε μια συναίνεση μεταξύ των πολιτικών ελίτ που ήθελαν να αμβλύνουν τις κοινωνικές επιπτώσεις των άγριων ιδιωτικοποιήσεων. Στην ουσία, το ΚΚ αντιπροσώπευε ένα βολικό κόμμα αντιπολίτευσης που επέτρεπε να διοχετευτεί η κοινωνική δυσαρέσκεια χωρίς να υπάρχει αληθινή απειλή για την άρχουσα ολιγαρχική εξουσία. Η ηγεσία του κόμματος εντάσσεται στην πράξη μέσα στην κυρίαρχη τάξη συμμετέχοντας στα σχήματα της διαφθοράς της και συγκροτώντας σημαντικές περιουσίες. Για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, η πολιτική πόλωση γύρω από τον φιλορωσικό versus φιλο-ουκρανικό/φιλο-ευρωπαϊκό άξονα συμβάλει στην περιθωριοποίηση του ΚΚ. Υπό τον Γιανουκόβιτς, το ΚΚ σχηματίζει συνασπισμό με το κόμμα στην εξουσία και, ιδιαίτερα, υπερψηφίζει τις κατασταλτικές νομοθεσίες του Ιανουαρίου 2014. Κατά τη διάρκεια του Μαϊντάν, μαζί με άλλα φιλορωσικά κόμματα και οργανώσεις, το ΚΚ συμμετέχει στη διοργάνωση αντιδιαδηλώσεων στο Κίεβο και σε άλλες πόλεις της ανατολικής και νοτίου Ουκρανίας. Οι τοπικοί κομμουνιστές ηγέτες εγκρίνουν τη χρήση βίας από τα ειδικά κατασταλτικά αστυνομικά σώματα για να διαλύσουν τις διαδηλώσεις, υιοθετώντας τη ρώσικη προπαγάνδα για το “φασιστικό πραξικόπημα” και απορρίπτοντας τις “ευρωπαϊκές αξίες” με ομοφοβικά και ρατσιστικά συνθήματα. Σύμφωνα με τον Denys Gorbach, το ουκρανικό ΚΚ θα ήταν έτσι ιδεολογικά πιο κοντά στα λαϊκιστικά κόμματα, όπως το γαλλικό Εθνικός Συνασπισμός [της Λε Πεν], παρά στα αριστερά προοδευτικά κόμματα, καθώς συνδυάζει τον οικονομικό προστατευτισμό με έναν λόγο περί ανωτερότητας των Σλάβων, περί γεννητικότητας, κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ και υπέρ της ορθόδοξης εκκλησίας (Gorbach, 2016).

Τα ίδια περίπου συμπεράσματα θα μπορούσαν να εξαχθούν και σε σχέση με το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ουκρανίας και με το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ουκρανίας. Σε αυτό το πλαίσιο, εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς γατί ο/η μέσος/η Ουκρανός/η δηλώνει σήμερα “αντικομμουνιστής”: όχι γιατί οι λαϊκές τάξεις θα είχαν εγκαταλείψει οριστικά τα ιδεώδη για κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά γιατί ο κομμουνισμός βασικά συνδέεται με τον φιλορώσικο εθνικισμό, με το αστυνομικό κράτος, με τον κοινωνικό συντηρητισμό και με τη λατρεία του Στάλιν. Μετά την πτώση του Γιανουκόβιτς, τα σύμβολα και η ρητορική του ΚΚ εντάσσονται στην εμβέλεια των νόμων για “αποκομμουνιστικοποίση” που υιοθετήθηκαν τον Μάϊο του 2015, αλλά το κόμμα συνεχίζει να κατεβάζει τα μέλη του, ως άτομα, στις τοπικές εκλογές. Τελικά απαγορεύτηκε μετά την εισβολή στην Ουκρανία, μαζί με άλλα “φιλορωσικά” κόμματα.

Η “νέα αριστερά”3, η ανεξάρτητη από τα θεσμικά κόμματα, βρέθηκε από την πλευρά της πολυδιασπασμένη, πρώτα-πρώτα σε σχέση με την ανάλυση του Μαϊντάν, έπειτα σε σχέση με τον πόλεμο στο Ντονμπάς. Από τη μια, το σταλινικό κόμμα “Αγώνας” (Borotba) είδε στο Μαϊντάν απλώς μια εξέγερση της εθνικο-φιλελεύθερης μικροαστικής τάξης. Η Borotba κατέληξε τελικά να συστρατευθεί με τους αντι-Μαϊντάν στις ανατολικές και νότιες πόλεις, των οποίων οι πρώτες διαδηλώσεις χαρακτηρίζονταν από ένα εκλεκτικό κράμα από κομμουνιστικά, πανρωσικά και κληρικά συνθήματα. Πολλά μέλη του κόμματος αυτού σκοτώθηκαν στην τραγική πυρκαγιά του οίκου των συνδικάτων στην Οδησσό, το Μάη του 2014. Σήμερα, ένα τμήμα των μελών του εξακολουθεί να ζει στο Ντονέτσκ. Μερικοί συνελήφθησαν από τις αποσχιστικές αρχές, άλλοι στράφηκαν ανοιχτά κατά του Πούτιν ή πήραν το δρόμο της εξορίας στη Ρωσία ή στην Ευρώπη.

Από την άλλη, ορισμένοι αριστεροί εθνικιστές εντάχθηκαν, αντίθετα, ήδη από το 2014 στα τάγματα εθελοντών, για να καταπολεμήσουν τις αποσχιστικές δυνάμεις, όπως οι αγωνιστές της “Αυτόνομης Αντίστασης” (Avtonommy Opir). Η Αυτόνομη Αντίσταση ήταν η βάση ενός εθνικού-σοσιαλιστικού κινήματος. Η οργάνωση αυτή, ωστόσο, αρχίζει να κινείται προς τα αριστερά από το 2013, ερχόμενη σε ρήξη με τις οργανώσεις της άκρας δεξιάς και θέτοντας την πάλη των τάξεων, και όχι πλέον του έθνους, στο κέντρο της πολιτικής της ανάλυσης, έστω και αν κρατάει την δυτικοουκρανική της ιδιαιτερότητα, με μια έντονη εθνικιστική διάσταση (Gorbach, 2015). Και αναπτύσσει μια εκλεκτική ιδεολογία και πρακτική, που συνδυάζει μια εξύμνηση της οργάνωσης των ουκρανών εθνικιστών, του Στέπαν Μπαντέρα, και τη συμμετοχή της στις λαμπαδηδρομίες με την ταυτόχρονη διοργάνωση πορειών στη μνήμη του Νέστορ Μαχνό και τη συμμετοχή της στις πρωτομαγιάτικες και στις συνδικαλιστικές διαδηλώσεις.

Η προοδευτική ριζοσπαστική αριστερά, με φιλοδοξία να ενσωματώσει διάφορες πρωτοβουλίες βάσης σοσιαλιστικές, φεμινιστικές, συνδικαλιστικές, οικολογικές, αντιρατσιστικές, εκπροσωπείται στην Ουκρανία από μια οργάνωση που ονομάζεται “Κοινωνικό Κίνημα” (Sotsialnyi Rukh). Η οργάνωση αυτή ιδρύεται το 2015, με την ώθηση της τροτσκιστικής οργάνωσης “Αριστερή Αντιπολίτευση”, που η ίδια προερχόταν από την “Οργάνωση Μαρξιστών”, όπου συνυπήρχε με την Borotba ώς το 2011. Το Κοινωνικό Κίνημα ανήκει σε αυτό το τμήμα της ριζοσπαστικής αριστεράς που, την εποχή εκείνη, είχε υποστηρίξει κριτικά το Μαϊντάν, εντοπίζοντας στις λαϊκές τάξεις που είχαν συμμετάσχει στις διαδηλώσεις την επιθυμία τους για δικαιοσύνη: δικαιοσύνη με την έννοια του σεβασμού του νόμου από τις ίδιες τις άρχουσες τάξεις που τον υιοθετούν αλλά και, γενικότερα, με την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι αγωνιστές της συμμετείχαν στις διαδηλώσεις ή ενεπλάκησαν σε πολλές πρωτοβουλίες πολιτών. Η αναρχοσυνδικαλιστική ομοσπονδία “Αυτόνομη Ένωση των Εργαζομένων” και το φοιτητικό συνδικάτο “Άμεση Δράση” επίσης πήραν μέρος στα γεγονότα του Μαϊντάν, οργανώνοντας δικές τους δράσεις, όπως την κατάληψη του υπουργείου Παιδείας.

Δεδομένης της πολυπλοκότητας και της κατάστασης στο Ντονμπάς, οι θέσεις της αριστεράς αυτής για τον πόλεμο χαρακτηρίστηκαν, ωστόσο, από έναν κάποιο δισταγμό:

  • Από τη μια πλευρά, ενώ υπογράμμισε την ευθύνη της Ρωσίας στην έναρξη του ένοπλου αγώνα, εξέφρασε ταυτόχρονα την αντίθεσή της στα πιο φιλοπόλεμα στρώματα της ουκρανικής κοινωνίας και στα σχέδιά τους για εθνικούς αποκλεισμούς, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να βρεθεί μια διπλωματική λύση για την ειρηνική και χωρίς αποκλεισμούς επανένταξη του Ντονμπάς και της Κριμαίας, με βάση το διάλογο με τους τοπικούς πληθυσμούς, αφενός, και με προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν στην Ουκρανία ως σύνολο να κρατήσει την ανεξαρτησία της από τη Ρωσία, αφετέρου.
  • Όμως, από την άλλη πλευρά, η ριζοσπαστική αριστερά επίσης απέφυγε να υπερασπιστεί έναν “επαναστατικό ντεφετισμό” ή και να κατακρίνει έντονα την αντιτρομοκρατική επιχείρηση ενάντια στις λεγόμενες λαϊκές δημοκρατίες του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ, που εντωμεταξύ είχαν γίνει περιοχές εκτός νόμου και με πλήρη εξάρτηση από τη Ρωσία.

Οι δραστηριότητες του Κοινωνικού Κινήματος επικεντρώθηκαν κυρίως, για πολλά χρόνια, στην πάλη κατά της διαφθοράς και της φοροαπαλλαγής, κατά των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και των ιδιωτικοποιήσεων, των επιθέσεων κατά των δικαιωμάτων των εργαζομένων και για την προώθηση των δικαιωμάτων των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ+ και της οικολογικής ατζέντας. Η οργάνωση έχει επίσης προνομιούχες σχέσεις με τα ανεξάρτητα συνδικάτα και συχνά προστρέχει στη στήριξη των απεργιακών κινημάτων των εργαζομένων στην περίθαλψη, στις συγκοινωνίες ή στα ορυχεία, για παράδειγμα.

Η εισβολή στην Ουκρανία αποτελεί μια νέα καμπή που ενταφιάζει πλέον κάθε σχέδιο ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων με τη μορφή των συμφωνιών του Μινσκ. Η πρόσφατη προσάρτηση των τεσσάρων περιοχών στα νότια και τα ανατολικά της Ουκρανίας αποδεικνύει πως το πουτινικό καθεστώς δεν έχει, ούτε είχε ποτέ, την πρόθεση να διαπραγματευτεί τη θέση των νεοκατακτημένων εδαφών και ότι δεν θα υποχωρήσει στη θέλησή του να υποτάξει την Ουκρανία, εκτός αν υποστεί μια ήττα σε στρατιωτικό πεδίο -πράγμα που η γρήγορη αντεπίθεση των τελευταίων ημερών αφήνει να ελπίσουμε. Από το Φλεβάρη του 2022, οι οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς στρατεύτηκαν αποφασιστικά στην αντίσταση κατά της κατοχής, εντασσόμενες στη γενική λαϊκή ορμή για την υπεράσπιση του δικαιώματος της ουκρανικής κοινωνίας να υπάρχει και να αυτοκαθορίζεται.

Daria Saburova

Μετάφραση Τάσος Αναστασιάδης

από το γαλλικό πρωτότυπο : Questions sur l’Ukraine

το κείμενο υπάρχει επίσης

στα αγγλικά : Questions about Ukraine

στα ισπανικά : Preguntas sobre Ucrania

Βιβλιογραφία

  1. Chernina, D. (2017a), « Pensionnaya reforma : vnedrit’ nel’zia pomilovat’ » [Réforme de la santé : implémenter on ne peut pas gracier], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne (https://commons.com.ua/en/pensionnaya-reforma/)
  2. Chernina, D. (2017b), « Medreforma po-ukrainski : s bolnoï golovy na zdorovuyu » [Réforme de la santé à l’ukrainienne : transfert de responsabilité], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne (https://commons.com.ua/en/medreforma-po-ukrainski/)
  3. Chernina, D. (2017c), Evrostandarty vs Sovetskoe kachestvo : kuda vedet reforma vyschego obrazovaniya [Standarts européens vs qualité soviétique : où mène la réforme de l’enseignement supérieur], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne (https://commons.com.ua/en/evrostandart-vs-sovetskoe-kachestvo/)
  4. Chernina, D. (2020), « Reformituem bez Souproun. Kak po nam udarit vtoroi etap medreformi » [Reformons sans Souproun. Comment on sera frappé par la deuxième étape de la réforme de la santé], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne (https://commons.com.ua/en/kak-po-nam-udarit-vtoroy-etap-medreformy/)
  5. Cherviatsova, A. (2022), « Hybrid War and Hybrid Law, Minsk Agreements in the Context of International Law and Ukrainian Legislation » in Marples D. R. (éd.), The War in Ukraine’s Donbas. Origins, Context, and the Future, Central European University Press, Budapest, pp. 29-41.
  6. D’Anieri, P. (2019), Ukraine and Russia: From Civilized Divorce to Uncivil War, Cambridge University Press, Cambridge.
  7. Degtiar, V. (2014), « Protesty proty militsii ta represyvni diï regymu iak rouchiï Evromaïdanu » [Manifestations contre la police et les actions répressives du régime comme moteurs de l’Euromaïdan], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne (https://commons.com.ua/ru/rushiyi-yevromajdanu/)
  8. Dutchak, O., Dudin, V., Kravchuk, O., Muliavka, V., Yakubin, A., Kurovska, H., Chernina, D. & Novikov, D. (2018), « Chtcho ne tak iz reformami v Ukraïni ? » [Qu’est-ce qui ne va pas avec les réformes en Ukraine ?], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne(https://commons.com.ua/en/sho-ne-tak-z-reformami-v-ukrayini/#down1)
  9. Gorbach, D. (2015), “Ukraine’s Left: between a swamp and a hard place”, openDemocracy, en ligne (https://www.opendemocracy.net/en/odr/ukraines-left-between-swamp-and-hard-place/)
  10. Gorbach, D. (2016), “After the ban: a short history of Ukraine’s Communist Party”, openDemocracy, en ligne (https://www.opendemocracy.net/en/odr/after-ban-short-history-of-ukraine-s-communist-party/)
  11. Gorbach, D. (2018), « Entrepreneurs of violence: the varied interests and strategies of the far-right in Ukraine”, openDemocracy, en ligne (https://www.opendemocracy.net/en/odr/entrepreneurs-of-political-violence-ukraine-far-right/)
  12. Gorbach, D. (2022), “Ukrainian identity map in wartime: Thesis-antithesis-synthesis?”, Focaal Blog en ligne (https://www.focaalblog.com/2022/06/13/denys-gorbach-ukrainian-identity-map-in-wartime-thesis-antithesis-synthesis/)
  13. Goujon, A. (2021), L’Ukraine de l’indépendance à la guerre, Le Cavalier Bleu, Paris.
  14. Gritsiuk, K. (2020), Train Kiev-War (film documentaire)
  15. Gyidel, E. (2022), « Ukrainian Internally Displaced Persons and the Future of Donbas » in Marples D. R. (éd.), The War in Ukraine’s Donbas. Origins, Context, and the Future, Central European University Press, Budapest, pp. 109-121.
  16. Kravchuk, O. (2016), “Evroassotsiatsiya: dva roky potomu” [Association avec l’UE : deux ans après], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne (https://commons.com.ua/en/yevroasotsiatsiya-dva-roki-potomu/)
  17. Kravchuk, O. (2018), “Eksport syrovyny iak natsional’na ideïa ta napovnennia biudgetu” [Exportations des matières premières comme idée nationale et remplissage des caisses d’État], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne(https://commons.com.ua/en/opadatkuvannya-silskogo-gospodarstva-vikliki-i-mozhlivosti/)
  18. Kozlovska, E. (2014), Entretien avec Oleksandra Nazarova et Maksym Boutkevytch : « Ukraïnska dergava povodit sebe tak, nache ne usvidomila chtcho problema vymuchenyh pereselentsiv – tse duge nadovgo » [L’État ukrainien se comporte comme s’il n’avait pas conscience que le problème des personnes déplacées était là pour durer], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne (https://commons.com.ua/en/oleksandra-nazarova-i-maksim-butkevich-ukrayinska-derzhava-povodit-sebe-tak-nache-ne-usvidomila-shho-problema-vimushenih-pereselentsiv-tse-duzhe-nadovgo/)
  19. Maestracci, C. (2022), « De l’activisme citoyen à l’engagement armé », Socio, n°16, pp. 159-176.
  20. Marker Monitoring Group (2021), “Far-Right Confrontation and Violence. Monitoring results of 2020” (https://violence-marker.org.ua/en/monitoring/)
  21. Marker Monitoring Group (2022), “Far-Right Confrontations and Violence in 2021” (https://violence-marker.org.ua/en/2022/06/13/far-right-confrontations-and-violence-in-2021/)
  22. Marples D. R (2022), Introduction to The War in Ukraine’s Donbas. Origins, Context, and the Future, Central European University Press, Budapest.
  23. Melnyk, O. (2022), “War Dead and (Inter)-Communal Ethics in the Russian-Ukrainian Borderlands: 2014-2018” in Marples D. R. (éd.), The War in Ukraine’s Donbas. Origins, Context, and the Future, Central European University Press, Budapest, pp. 123-157.
  24. Muliavka, V. (2016), « Nova osvitnia polityka – vtratyly chy zdobuly » [Nouvelle politique de l’éducation : victoire ou échec ?], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne(https://commons.com.ua/en/nova-osvitnya-politika-vtratili-chi-zdobuli/)
  25. Risch, W. J. (2022), « Prelude to War” in Marples D. R. (éd.), The War in Ukraine’s Donbas. Origins, Context, and the Future, Central European University Press, Budapest, pp. 7-28.
  26. Soroka, K. (2019), « Zemlia iak tovar : sotsialni ta ekologichni naslidki zniattia moratoriyu na prodag silskogospodarskih zemel d Ukraïni » [Terre comme marchandise : les conséquences sociales et écologiques de la levée du moratoire sur la vente des terres agricoles en Ukraine], Politychna Krytyka, en ligne (https://politkrytyka.org/2019/11/18/zemlya-yak-tovar-sotsialni-ta-ekologichni-naslidky-znyattya-moratoriyu-na-prodazh-silskogospodarskyh-zemel-v-ukrayini/)
  27. Stepaniuk, N. (2022), « Limited Statehood, Collective Action, and Reconfiguration of Citizenship in Wartime », in Marples D. R. (éd.), The War in Ukraine’s Donbas. Origins, Context, and the Future, Central European University Press, Budapest, pp. 83-107.
  28. Yourchenko, Y. (2018), Ukraine and the Empire of Capital : From Marketisation to Armed Conflict, Pluto Press, London.
  29. Zadiraka, K. (2016), « Minski ougody : istoriya, interesy, perspektyvy » [Accords de Minsk : histoire, intérêts, perspectives], Commons : Journal of Social Criticism, en ligne(https://commons.com.ua/en/minski-ugodi-istoriya-interesi-perspektivi/)